Μάθημα : Ε2 Τάξη Φιλαναγνωσία -Γνωρίζουμε τη συγγραφέα Λότη Πέτροβιτς -Ανδρουτσοπούλου
Κωδικός : 9380073243
9380073243 - ΕΥΑΝΘΙΑ ΠΟΜΑΚΗ
Ενότητες μαθήματος
-
Εμφάνιση όλων των ενοτήτων
-
"Το παιδί από τη θάλασσα"Εκπαιδευτικές δραστηριότητες
-
"Ο καιρός της σοκολάτας"
-
ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ(Ο ΚΑΙΡΟΣ ΤΗΣ ΣΟΚΟΛΑΤΑΣ)
-
"Σπίτι για πέντε"
-
ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "ΣΠΙΤΙ ΓΙΑ ΠΕΝΤΕ"
-
"ΣΠΙΤΙ ΓΙΑ ΠΕΝΤΕ" Λύσε το σταυρόλεξο
-
"Τα Χριστούγεννα της ασημόφυλλης ελιάς"
-
"Ιστορίες που κανένας δεν ξέρει"
-
"Ο μικρός αδελφός"
-
"Στο τσιμεντένιο δάσος"
-
"Στο τσιμεντένιο δάσος"
-
Η συγγραφέας αποκαλύπτει...
-
"Στη γειτονιά του ήλιου"
-
ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "Στη γειτονιά του ήλιου"
-
ΒΙΒΛΙΑ ΛΟΤΗΣ ΠΕΤΡΟΒΙΤΣ -ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΥ (ΣΤΑΥΡΟΛΕΞΟ)
-
"Το παιδί από τη θάλασσα"Εκπαιδευτικές δραστηριότητες
"Στο τσιμεντένιο δάσος"
Σύνοψη του βιβλίου
"Στο τσιμεντένιο δάσος"
Η Κόννη, μια δεκαεξάχρονη Ελληνίδα του απόδημου Ελληνισμού, έρχεται στην πυκνοδομημένη Αθήνα, το «τσιμεντένιο δάσος», για να περάσει τις καλοκαιρινές της διακοπές κοντά στην άρρωστη γιαγιά της. Σ’ αυτό το αλλιώτικο «δάσος» η Κόννη, που συνηθίζει να φοράει πάντα κάτι κόκκινο, θα συναντήσει σαν μια σύγχρονη έφηβη «κοκκινοσκουφίτσα» έναν από τους πιο φριχτούς λύκους της εποχής μας. Είναι ένας «λύκος» που ύπουλα, με προσωπείο ευπρεπούς ενήλικου, προσπαθεί όχι να την καταβροχθίσει, αλλά να την εξοντώσει διαφορετικά: με τη μύηση στον κόσμο του «λευκού θανάτου», των ναρκωτικών. Χρησιμοποιεί πολλά μέσα ο «κύριος» αυτός για να πετύχει τον σκοπό του. Με επιτήδειο τρόπο, πλησιάζει και προσπαθεί να εμπλέξει ακόμα και τη γιαγιά της. Η Κόννη όμως θα σταθεί τυχερή. Η παρουσία και η παρέμβαση ενός φοιτητή που τον γνωρίζει στο νοσοκομείο όπου νοσηλεύεται η γιαγιά της θα σταθεί καταλυτική για την εξέλιξη της ιστορίας αλλά και για τη σωτηρία της Κόννης.
Διάβασε το απόσπασμα που ακολουθεί:
… Στο κεφαλόσκαλο δε φάνηκε κανείς. Μονάχα εκείνη η μυρωδιά η παράξενη τους υποδέχτηκε. Το σπίτι μέσα ήταν σχεδόν ολοσκότεινο. Σ’ ένα μόνο δωμάτιο, στο βάθος, έβλεπες κάποιο φως και κάτι που έμοιασε μ’ ανθρώπινη σκιά κουνήθηκε κατά κει.
«Ποιος είναι;» ακούστηκε μια βραχνιασμένη φωνή.
«Φίλοι…» φώναξε σταθερά ο Σωτήρης κι έσφιξε το χέρι της Κόννης. Ανέβηκαν τη σκάλα που έτριζε και προχώρησαν προς το φωτισμένο δωμάτιο, σκοντάφτοντας σε μαξιλάρια και ρούχα πεσμένα στο πάτωμα.
«Φέρνεις τίποτα, φίλε;» ρώτησε πάλι η βραχνιασμένη φωνή. Ετοιμαζότανε να ξαπλώσει σε μια κουρελού απλωμένη κατάχαμα εκείνος που τους είχε μιλήσει. Μ’ όλη τη ζέστη, ήταν τυλιγμένος ως το κεφάλι με μια κουβέρτα και δεν καταλάβαινες αν ήταν γέρος ή νέος. Η όψη του ήταν αλλόκοτη.
«Κανένα πράμα καλό;» ξαναρώτησε χαμηλά με λαχτάρα.
«Όχι, δεν πέτυχα τίποτα» μιμήθηκε το ύφος του ο Σωτήρης.
«Ούτε χόρτο;» άστραψε η αγωνία στο μάτι του.
«Ούτε» είπε ο Σωτήρης κοφτά. Έφτυσε κείνος μ’ αγανάχτηση κάτω και ξεστόμισε μια βρισιά.
«Χάθηκε κι εκείνος ο βρομόγερος, πανάθεμά τον» μουρμούρισε ύστερα και ζάρωσε στην κουρελού.
«Το ’σκασε και μας άφησε ρέστους, ο μασκαράς…» «Δεν πατάει καθόλου, ε;» θυμωμένος τάχα ρώτησε ο Σωτήρης.
«Μπαααα! Καπνός έγινε. Τον παρακολουθούσανε λέει… Κουραφέξαλα! Εδώ μέσα χωμένους ποιος να μας βρει; Δίχως κάρφωμα δε γίνονται τέτοια… Ποιος ξέρει όμως τι άλλο σκάρωσε ο μάγκας και μας πούλησε παραμύθια. Τρομάξανε άδικα των αδίκων κι οι άλλοι και λάκκισαν. Δε βλέπεις; Ερήμωσ’ ο τόπος! Μονάχα τρεις απομείναμε, του λόγου μου και τα δυο αδέρφια. Είναι λίγο άρρωστος ο μικρός». Τα δυο αδέρφια… σκίρτησε η Κόννη.
«Πού ’ν’ τα; Η κοπέλα πού είναι;» πετάχτηκε με λαχτάρα.
«Στο δωμάτιο, δίπλα» έδειξε κείνος βαριεστημένα μια πόρτα κλειστή κι έγειρε να ξαπλώσει. Έσπρωξαν την πόρτα με χέρι τρεμάμενο…