Μάθημα : Ε2 Τάξη Φιλαναγνωσία -Γνωρίζουμε τη συγγραφέα Λότη Πέτροβιτς -Ανδρουτσοπούλου

Κωδικός : 9380073243

Μάθημα

Οι  μαθητές  γνωρίζουν  το έργο της Λότης Πέτροβιτς -Ανδρουτσοπούλου .Διαβάζουν τα βιβλία  της :1)"Το παιδί  από τη θάλασσα" (εκπαιδευτικές δραστηριότητες) 2)"Ο  καιρός  της σοκολάτας"-ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ 3)"Σπίτι  για πέντε"(εκπαιδευτικές δραστηριότητες) 4)Σταυρόλεξο για το βιβλίο "Σπίτι για πέντε"  5) "Τα Χριστούγεννα της ασημόφυλλης ελιάς"  6)"Ιστορίες που κανένας  δεν ξέρει"7)"Ο μικρός  αδερφός"8)"Στο τσιμεντένιο δάσος"(εκπαιδευτικές δραστηριότητες)9)Στη γειτονιά του ήλιου(εκπαιδευτικές δραστηριότητες)10)Βιβλία Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου (σταυρόλεξο)

"Ο  καιρός της σοκολάτας"

 

 

Υπόθεση

Διηγήματα βασισμένα σε πραγματικά περιστατικά βρίσκονται μέσα σ’ αυτό το βιβλίο, ιστορίες αληθινές που ίσως φαίνονται απίστευτες, όπως τα παραμύθια. Πίσω από τις γραμμές τους κρύβεται ένα κομμάτι της νεότερης Ιστορίας μας, τα χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, μια εποχή που, όσα βιβλία κι αν γράφτηκαν γι’ αυτή, ποτέ δε θα είναι αρκετά. Παράλληλα, η συγγραφέας προτείνει στους νεαρούς αναγνώστες, σαν παιχνίδι, να ανιχνεύσουν γεγονότα, πρόσωπα, τόπους και στιγμιότυπα που μεταπλάστηκαν σε στοιχεία άλλων λογοτεχνικών της έργων.

Απόσπασμα

Το Δεκέμβρη του 1943, αρχή ενός ακόμα χειμώνα πείνας και παγωνιάς, άχνισε κάτι ζεστό ξαφνικά στην αυλή του σχολείου μας. Ήταν ένα μεγάλο καζάνι και μέσα είχε συσσίτιο για τα παιδιά.

Γύρισα στο σπίτι περήφανη, κρατώντας με προσοχή ένα τενεκεδάκι γεμάτο σούπα πηχτή. «Γιατί δεν την έτρωγες στο σχολείο, καρδούλα μου;» λαχτάρισε η μάνα μου. «Αν σου χυνόταν στο δρόμο;» Δεν ήξερε ότι με τίποτα δε θ’ άφηνα το τενεκεδάκι μου να πάθει στο δρόμο κακό.

Πηγαίνοντας το πρωί στο σχολείο, είχα δει τρεις σκελετωμένους με κουρέλια να ψάχνουν με μάτι άγριο σ’ ένα σωρό από σκουπίδια. Άρπαζαν αποφάγια, φλούδια, κουκούτσια και τα ‘γλειφαν με λαχτάρα… Μου κόπηκε η ανάσα. Σκέφτηκα πως έτσι θα καταντούσαν κι οι μεγάλοι στο σπίτι αν συνέχιζαν να μην τρώνε, για να έχουμε φαγητό μόνο εμείς τα παιδιά. Κι ύστερα θα πέθαιναν ένας ένας – ο μπαμπάς, η μαμά, η ξαδέρφη μας η Όλγα…

«Θα φάτε λίγη σούπα κι εσείς, αλλιώς δεν τρώω καθόλου» δήλωσα ορθά κοφτά. «Το ίδιο κι εγώ» φώναξε ο Μάνος, ο αδερφός μου. (…) Η σούπα ερχόταν τακτικά στο σχολείο, πάντα η ίδια, άνοστη και πηχτή.

Ώσπου μια μέρα, μας μοίρασαν κάτι ξεχωριστό. Μπήκαμε στη γραμμή και μας έβαλαν στα τενεκεδάκια κάτι σα μέλι, αλλά σκούρο κοκκινωπό. «Γλυκόζη» το είπαν μα και για σοκολάτα λιωμένη μπορούσες ακόμα να το περάσεις με τη φαντασία σου, αν τη σοκολάτα τη λάτρευες και σου έλειπε όλο και περισσότερο. Βουτούσαν τα παιδιά το δάχτυλο στη γλυκόζη, το έγλειφαν με απόλαυση και γελούσαν ευτυχισμένα, πειράζονταν μεταξύ τους.

Ένα μεσημέρι, γυρίζοντας ο αδερφός μου από το σχολείο, δεν ήθελε να βάλει μπουκιά στο στόμα του – ούτε από τη σούπα ούτε από τη γλυκόζη. Ταραγμένος φαινόταν, έτοιμος να βάλει τα κλάματα. «Τι συμβαίνει, παιδί μου;» ανησύχησε η μαμά. Εκείνος δεν έβγαζε λέξη. Κι όσο δε μιλούσε, τόσο επέμενε η μάνα μου να μάθει, τόσο μεγάλωνε και η δική μας η περιέργεια.

Με τα πολλά, αποφάσισε τελικά ν α μιλήσει. Κι αυτό που μας είπε γράφτηκε στη μνήμη μου ανεξίτηλα. Στην αυλή για το συσσίτιο βρισκόταν, με της τάξης του τα παιδιά. «Σκαρώνουμε κάτι;» άκουσε έναν από τους συμμαθητές του –«πειραχτήρης» ήταν το παρατσούκλι του- να ψιθυρίζει στο διπλανό, μόλις πήρε τη γλυκόζη στο τενεκεδάκι του. Ο άλλος έγνεψε «ναι». Τότε ο πειραχτήρης κάτι του είπε στ’ αυτί, κρυφογέλασαν οι δυο τους πονηρά κι εξαφανίστηκαν στη στιγμή.

Σε λίγο χτύπησε το κουδούνι να μπούνε στην τάξη. Πρώτα έμπαιναν τα κορίτσια. Ύστερα τ’ αγόρια. Τελευταία η δασκάλα, που κόντευε να μην ξεχωρίζει από τα παιδιά, έτσι που είχε απομείνει πετσί και κόκαλο. Καταλάβαινες πως ήταν μεγάλη από τα μάτια της μόνο, που τα σκοτείνιαζαν ολόγυρα δυο μαύροι κύκλοι. Όταν μπαίνανε όλοι στην τάξη, έκλεινε την πόρτα, μετρούσε τα παιδιά σειρά σειρά, έλεγε «εντάξει, φρόνιμα τώρα, μην ακούσω μιλιά» κι αρχίζανε αμέσως το μάθημα. Το «εντάξει, φρόνιμα τώρα, μην ακούσω μιλιά» τη φορά εκείνη δεν το είπε. Ούτε να τους μετρήσει την είδανε. Κοντά στην πόρτα της τάξης στεκόταν σκυφτή, σαν να ψαχούλευε κάτι. «Μα τι κάνει η κυρία εκεί;» ρώτησε παραξενεμένος ο Μάνος που δεν καλόβλεπε, τα περισσότερα παιδιά ήταν όρθια ακόμα. «Πασαλείψαμε το χερούλι με γλυκόζη» χασκογέλασε από δίπλα ο πειραχτήρης «για να κολλήσουν τα χέρια της να γελάσουμε!»

Δε γελάσανε. Καθίσανε τελικά στα θρανία τους και δε μιλούσε κανείς. Κοιτούσαν τη δασκάλα τους τώρα όλοι βουβοί, σαστισμένοι… Είχε σκύψει κι έγλειφε με λαχτάρα μια το χερούλι της πόρτας, μια την παλάμη της… Ύστερα γύρισε και τους κοίταξε με παράπονο. Στα μάγουλά της έτρεχαν δάκρυα. «Μην τη σπαταλάτε τη γλυκόζη, χρυσά μου, για τ’ όνομα του Θεού!» είπε ξέπνοα. «Σας τη δώσαμε όλη, ούτε μια σταγονίτσα δεν κρατήσαμε εμείς οι δάσκαλοι, για να τη φάτε να δυναμώσετε εσείς τα παιδιά. Μην τη σπαταλάτε, σας παρακαλώ, είναι κρίμα! Ειν’ αμαρτία!» Την πήραν πάλι τα δάκρυα. Κι έκλαιγε, έκλαιγε…

Μαζεύτηκαν όλοι τριγύρω της. Μονάχα ο πειραχτήρης έμεινε στο θρανίο του με το κεφάλι κατεβασμένο. Οι άλλοι σπρώχνονταν ποιος πρώτος να την αγκαλιάσει, ποιος να της πρωτοπεί «από το δικό μου, από το δικό μου, κυρία, να, πάρετε λίγο! Ούτ’ ένα τενεκεδάκι δεν άγγιξε η δασκάλα. Μόνο έκλαιγε, έκλαιγε…

 

Προβληματισμοί για Συζήτηση

Κατοχή. Γνωρίζετε τι σημαίνει η λέξη Κατοχή; Έχετε ακούσει ποτέ ιστορίες από τους παππούδες και τις γιαγιάδες σας για τα παλιά χρόνια; Εσείς πώς θα αντιδρούσατε αν η χώρα μας ξεκινούσε πόλεμο με μια ξένη χώρα; Έχετε συζητήσει με παιδιά από περιοχές στις οποίες γίνεται πόλεμος; Τι συμβαίνει άραγε στους κατοίκους μιας χώρας όταν αυτή κατακτηθεί από έναν ξένο στρατό; Επιτρέπεται στους ανθρώπους να ζουν όπως και πριν; Και αν το φαγητό δεν φτάνει για όλους, τι μπορούν να κάνουν για να καταφέρουν να επιβιώσουν;

ΠΗΓΗ:Παιδική λογοτεχνία

1)Γράψε  την περίληψη  του αποσπάσματος.(μέχρι  τρεις παραγράφους)

2)Να  περιγράψεις τους χαρακτήρες  των παιδιών  και της δασκάλας.Πρέπει να αναφερθείς  σε συγκεκριμένα περιστατικά που δείχνουν στοιχεία του χαρακτήρα τους.

"Σπίτι για  πέντε"

Υπόθεση

Ο Φίλιππος, 12 χρόνων, αντιμετωπίζει μια νέα οικογενειακή ζωή: η μητέρα του, χωρισμένη με τον πατέρα του από χρόνια, παντρεύεται τον Ορέστη, πατέρα του εννιάχρονου και πολύ ζωηρού Άρη, που έχασε τη δική του μητέρα όταν ήταν μωρό. Η ασυνήθιστη αυτή οικογένεια μετακομίζει σε καινούριο σπίτι και ο Φίλιππος αρχίζει να καταγράφει σ' ένα μικρό μαγνητόφωνο τις εντυπώσεις του, τα παράπονα, τους θυμούς, τα προβλήματα που του δημιουργεί αυτή η συμβίωση. Δεν είναι όμως ο μόνος που διηγείται σ' αυτό το βιβλίο. Σύντομα θα τον μιμηθεί κι ο μικρός Άρης, ενώ η μητέρα θα γράφει τα νέα της οικογένειας στην αδερφή της, στην Κρήτη, και ο Ορέστης θα τηλεφωνεί κάθε τόσο στον καλύτερο φίλο του. Έτσι, θα ξετυλιχτεί μια σύγχρονη ιστορία γεμάτη κωμικά επεισόδια, αλλά και κάποιες τραγικές στιγμές, ώσπου να εμφανιστεί ένα νέο μέλος στην οικογένεια και το καινούριο σπίτι να γίνει "σπίτι για πέντε".

Απόσπασμα

Εγώ είμαι πάλι ο Άρης και μιλάω πάλι στο Φίφη. Μου αρέσει πολύ να μιλάω στο μαγνητόφωνο, αλλά καμιά φορά πατάω λάθος κουμπί και μου σβήνονται αυτά που έχω γράψει. Νευριάζω τότε κι εγώ, παρατάω το Φίφη και πάω να παίξω. Έπειτα, δεν πρέπει να μαγνητοφωνώ και πολύ, γιατί εγώ έχω λίγες κασέτες κι άμα μου τελειώσουνε τι θα κάνω; Μία μόνο μου πήρε ο μπαμπάς, μαζί με το μαγνητόφωνο, και δύο τρεις μου αγόρασε ύστερα η Αν... η μάνα. Ο Φίλιππος όμως έχει ένα σωρό κι άμα τις γράψει όλες κι από τις δύο πλευρές θα ξαναχρησιμοποιήσει, μου είπε, και κάτι παλιές με τραγούδια που δεν του αρέσουνε πια. Αφού, λοιπόν, έχει τόσες πολλές, δεν έπρεπε να θυμώσει τη μέρα που του χάλασα μια κατά λάθος - μία ήταν μονάχα! Και δεν έπρεπε να μου... να μου πει τόσο άσχημο πράγμα. Τόσο άσχημο, που ήθελα να γινόταν να πατήσω ένα κουμπί, όπως στο μαγνητόφωνο, και να το σβήσω από το μυαλό μου, να μην το θυμάμαι.

Όταν άρχισε να φωνάζει που του έσκισα την κασέτα του, είπε η μάνα:

- Μην κάνεις έτσι, δεν είναι σωστό να μαλώνεις με τον αδερφό σου!

Κι εκείνος είπε: - Δεν είναι καθόλου αδερφός μου αυτό το θηρίο.

Δε με πείραξε που με είπε θηρίο, με πείραξε που είπε ότι δεν είμαι αδερφός του. Γιατί εγώ θέλω να είμαι. Και όταν με ρώτησαν ο Μαρίνος και η Μαρίνα, οι καινούριοι μου φίλοι, "τι σου είναι ο Φίλιππος", εγώ είπα "αδερφός μου". Κι άμα με ξαναρωτήσουν, πάλι το ίδιο θα πω. Θα το λέω, θα το λέω, θα το λέω, ώσπου να το πιστέψει όλος ο κόσμος. Θα το πω και σ' όλα τα παιδιά στο σχολείο και στην κυρία μας, για να μου πει "μπράβο, να σου ζήσει ο καινούριος σου αδερφός", όπως είπε και στο Γιαννάκη προχτές, που κάθεται δίπλα μου, επειδή γέννησε η μαμά του.      Σήμερα το πρωί το είπα και στη μάνα πως θέλω ο Φίλιππος να είναι αδερφός μου, για να το ξέρει. Εκείνη μου είπε πως πρέπει να προσπαθήσω να μην τον κάνω να νευριάζει, για να μου ξεθυμώσει ολότελα και να θέλει κι εκείνος να είμαστε αδέρφια.

- Και τώρα τι να κάνω, για να ξεθυμώσει και για να θέλει; τη ρώτησα.

- Να του κάνεις ένα δωράκι, μου λέει, αφού σκέφτηκε λίγο. Δηλαδή κάτι που να του αρέσει πολύ.

Προβληματισμοί για Συζήτηση -Αδέλφια

Κάποιες φορές ίσως νιώθουμε πως τα μικρά μας αδέλφια προκαλούν προβλήματα, παίρνουν τα πράγματά μας και αντιγράφουν τον τρόπο που κάνουμε διάφορα πράγματα. Πρέπει άραγε να θυμώνουμε με αυτό και να αντιμετωπίζουμε τα αδελφάκια μας σαν να ήταν φίλοι μας από το σχολείο; Ή μήπως θα ήταν πιο σωστό να τα αγαπάμε και να τα προσέχουμε ακόμα περισσότερο από τους φίλους μας, μια και θα είμαστε για μια ζωή μαζί τους; Ας μην ξεχνάμε άλλωστε πως η διαφορά της ηλικίας μας φαίνεται πολύ μεγάλη όταν είμαστε μικροί, μα όσο μεγαλώνουμε μοιάζει να εξαφανίζεται.

Ημερολόγιο

Εσείς κρατάτε κάποιο ημερολόγιο με τα κυριότερα γεγονότα που συμβαίνουν στη ζωή σας κάθε μέρα; Δεν θα σας άρεσε στο μέλλον να ανατρέχετε κάπου για να θυμάστε όσα ζήσατε τον περασμένο καιρό; Μην ξεχνάτε ότι σ' ένα τέτοιο βιβλίο μπορούμε να καταγράφουμε τις σκέψεις μας και τα σχέδιά μας και με αυτό τον τρόπο μπορούμε να γνωρίσουμε τον εαυτό μας καλύτερα! Τι γίνεται όμως αν κάποιος τρίτος διαβάσει το βιβλίο μας αυτό και μάθει τι σκεφτόμαστε;

ΥΠΟΘΕΣΗ

Η ασημόφυλλη ελιά έχει χρυσή καρδιά και παρηγορεί τους φίλους της λεύκα, βελανιδιά, πλάτανο και μουριά, που χάνουν τα φύλλα τους το χειμώνα. Μια είδηση όμως έρχεται να την στεναχωρήσει πολύ. Είναι άραγε αλήθεια πως οι άνθρωποι κάθε Χριστούγεννα την περιφρονούν και τιμούν με τα στολίδια και τα τραγούδια τους το έλατο; Όταν η καρακάξα τους μεταφέρει τη φήμη αυτή, όλα τα δέντρα της πλαγιάς νιώθουν αδικημένα. Ευτυχώς, το φεγγάρι αναλαμβάνει να λύσει την παρεξήγηση και να τους διηγηθεί τι στ' αλήθεια συμβαίνει με το έλατο κάθε χρονιά, όπως και τι το περιμένει μετά τις γιορτές. Η ζήλια για την τύχη του, θα δώσει έτσι γρήγορα τη θέση της στη συμπόνια και τη συμπαράσταση.

 

Απόσπασμα

Ριζωμένη στην πλαγιά ενός βουνού, ζούσε κάποτε μια μεγαλόκορμη ελιά. Τα πυκνά κλαριά της ήταν πάντοτε γεμάτα φυλλαράκια γκριζοπράσινα, φρέσκα και γυαλιστερά, που φάνταζαν ασημένια νύχτα μέρα, πότε με το φως του ήλιου, πότε με το φως του φεγγαριού. Άνοιξη και καλοκαίρι χάριζε τη σκιά της σε όσους την αποζητούσαν. Το φθινόπωρο, σαν όλες τις ελιές, ετοίμαζε καρπούς κι άφηνε όποιον την πλησίαζες να τους μαζεύει. Το χειμώνα κρατούσε συντροφιά στα γύρω δέντρα και πιότερο σε όσα έχαναν τα φύλλα τους κι έδειχναν λυπημένα με τα κλαριά γυμνά – όπως η λεύκα, η βελανιδιά, ο πλάτανος και η μουριά.

- Όταν έρθει ο καιρός, θα ξαναβγάλουν φύλλα τα κλαριά σας, τους μιλούσε με αγάπη και τους έδινε κουράγιο. Δίχως φύλλα, νιώθετε μεγάλη στενοχώρια, το καταλαβαίνω και λυπάμαι με τη λύπη σας. Μακάρι να μπορούσα να σας δώσω λίγα απ’ τα δικά μου, που ποτέ δεν πέφτουν, μα δε γίνεται… Οι ρίζες σας ωστόσο είναι γερές, όπως και οι δικές μου. Αυτές πάντα θα σας στηρίζουν και θα σας δίνουν δύναμη, μην το ξεχνάτε! Κάντε υπομονή λοιπόν!

- Έχεις χρυσή καρδιά κι ας δείχνουνε τα φύλλα σου ασημένια, φιλενάδα μου ελιά, της απαντούσε η λεύκα. Και μόνο η καλή σου η κουβέντα μας αρκεί για να ξεχνάμε τον καημό μας.

- Είσαι η καλύτερή μας φίλη, τη βεβαίωνε και η βελανιδιά. Πάντα πονάς και νοιάζεσαι για κάθε διπλανό σου.

- Είσαι γεμάτη αγάπη κι απλόχερα τη δίνεις σε όσους τη χρειάζονται, συμπλήρωνε κι ο πλάτανος.

- Είσαι πολύτιμο κι ευλογημένο δέντρο, ξέρεις στ’ αλήθεια να παρηγορείς, μουρμούριζε από κοντά και η μουριά.

- Όλα τα δέντρα είναι ευλογημένα και όλα είναι πολύτιμα, καθένα για τις χάρες του, της απαντούσε η ελιά. Από καρδιάς, ωστόσο, σας ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια. Νιώθω χαρά μεγάλη που σας έχω δίπλα μου κι είμαστε φίλοι αληθινοί.

Ένα χειμωνιάτικο πρωί, ωστόσο, ήταν αμίλητη και σκεφτική η ασημόφυλλη ελιά. Παραξενεύτηκαν τα’ άλλα τα δέντρα όταν το πρόσεξαν.

- Τι έχεις φιλενάδα μου, και δείχνεις τόσο άκεφη; κούνησε σαστισμένη τα κλαριά της η βελανιδιά.

- Μήπως σε λύπησε κανείς μας άθελά του; αναδεύτηκε ανήσυχος ο πλάτανος. - Μην έτυχε και ακούστηκε κακή κουβέντα να λέει για σένα κάποιο δέντρο; σάλεψε η λεύκα ταραγμένη.

- Σίγουρα κάτι τέτοιο θα συμβαίνει, οι κακοί δε λείπουνε ποτέ, μουρμούρισε καχύποπτα η μουριά. Αναστέναξε η ασημόφυλλη ελιά. Όχι, κακή κουβέντα δεν είχε ακούσει από κανένα δέντρο. Άλλο είχε γίνει.

- Τι άλλο, δηλαδή; ρώτησαν οι φίλοι απορημένοι.

- Να, είπε όλο παράπονο η ελιά. Πρωί πρωί πέταξε εδώ κοντά μια καρακάξα, κάθισε στα κλαριά μου κι άρχισε να μιλάει για κάτι πολύ άδικο που κάνουν κάθε χρόνο οι άνθρωποι σε μένα. «Ενώ του λόγου σου είσαι καλή και χρήσιμη και όλοι σ’ αγαπούν», μου είπε, «ενώ προσφέρεις στους ανθρώπους απ’ τα’ αρχαία ακόμα χρόνια τον πολύτιμο καρπό σου να βγάζουν λάδι για τροφή, ακόμα και για να γιατρεύουν τις πληγές τους, εκείνοι σε περιφρονούν».

- Σε περιφρονούν; παραξενεύτηκαν τα’ άλλα τα δέντρα. Πώς το κατάλαβε αυτό η καρακάξα;

- Το είδε καθαρά, μου είπε, τώρα που πλησιάζουν τα Χριστούγεννα και η Πρωτοχρονιά.

- Τι είδε, δηλαδή; ρώτησαν δύσπιστα ολόγυρα οι φίλοι.

Υπόθεση

Στην πρώτη ιστορία, ο Εργοκλής ζει όλη του τη ζωή προσπαθώντας να αποφύγει τους κινδύνους για τους οποίους τον προειδοποίησε ο πατέρας του. Αλλάζει κάθε τόσο στόχους και ταυτότητα, όμως η απειλή επανέρχεται και τον στοιχειώνει ό,τι κι αν κάνει. Στη δεύτερη, τρία αδέρφια αναζητούν το χρυσό κλειδί για το κουτί που περιέχει τις απαντήσεις σε όλα τα γιατί του κόσμου. Στην τρίτη, ο Διοκλής εύχεται να μπορούσε να γυρίσει το χρόνο πίσω, και το άλογό του τον βοηθάει να πραγματώσει το όνειρό του.

 

Απόσπασμα

- Μην τεμπελιάζεις! Απόπαιρνε τον Εργοκλή ο πατέρας του, σαν τύχαινε να τον ιδεί πρωί πρωί να μιλάει στα δέντρα και στα λουλούδια· όταν τον έβλεπε τ’ απομεσήμερο να παίζει και να κουβεντιάζει με τα ζωντανά· σαν τον πετύχαινε το βράδυ να κοιτάζει τ’ άστρα, θαρρείς και πάλευε να βρει τρόπο να τα μετρήσει. Γιατί όλα αυτά τα ‘χε συνήθειο ο Εργοκλής. κι ας μην έβρισκε άκρη με τ’ άστρα, κι ας μην καταλάβαινε τι έλεγαν τα ζωντανά, κι ας μην του απαντούσαν τα δέντρα και τα λουλούδια.

- Μην τεμπελιάζεις! του φώναζε ο πατέρας του. Μεγάλωσες πια κι ο καιρός περνάει. Μάθε γράμματα, μάθε μια τέχνη να γλιτώσεις από τη φτώχεια, να ξεφύγεις από το γίγαντα, μη σε σκλαβώσει σαν και του λόγου μου. Γιατί, άμα μείνεις φτωχός, θα ‘σαι αδύναμος σαν και μένα. Και τότε θα ‘ρθει μια μέρα το θεριό να σε πιάσει. Σκλάβο του θα σε κάνει, θα σε βάλει στη δούλεψή του κι από τα νύχια του δε θα μπορείς να γλιτώσεις.

–και να το ξέρεις.

- Από τα νύχια του δε θα μπορώ να γλιτώσω, το ξέρω, μουρμούριζε ο Εργοκλής, σαν άκουγε του πατέρα του τις ορμήνιες. Κι ύστερα ρώταγε φοβισμένα:

- Είναι πολύ μεγάλος, πατέρα, ο γίγαντας; Έχει μεγάλο κορμί;

- Και μεγάλο κορμί έχει και δύναμη πολλή έχει, πρόσωπο δεν έχει μονάχα, του αποκρινόταν. Λαχτάριζε ακόμα πιο πολύ ο Εργοκλής με τούτα τα παράξενα που άκουγε, πιότερο γιατί δεν καταλάβαινε: Πώς και γινότανε δηλαδή να μην έχει πρόσωπο το θεριό; Και γιατί τάχα να λέει ο πατέρας του πως ήταν του λόγου του αδύναμος, αφού και το κορμί και τα μπράτσα του ήταν γερά και δουλειά στο χωριό τους δεν ήταν που να μην μπορεί να την καταφέρει; Κι ύστερα, πώς και γινότανε να ‘ναι ο πατέρας του σκλάβος του γίγαντα και το γίγαντα ο Εργοκλής να μην τον έχει ανταμώσει ποτέ; Για να το λέει όμως εκείνος έτσι θα ήταν. Και σίγουρα ο Εργοκλής καλά θα έκανε το γίγαντα να τον φοβάται. Τον φοβόταν λοιπόν κι αυτός, τον φοβόταν όλο και πιο πολύ, ώσπου, σαν πέρασε λίγος καιρός, θαρρούσε πως το πρωί, πίσω απ’ του βουνού την κορφή, ξεμύτιζε του γίγαντα το κεφάλι.

Τ’ απομεσήμερο θαρρούσε πως άκουγε τα βήματα του θεριού να σιμώνουν. Και το βράδυ θαρρούσε πως ξεχώριζε στον ουρανό μια μαυριδερή σκιά να πλαταίνει. Παράτησε, λοιπόν, τ’ άστρα και τα μετρήματα, σταμάτησε τις κουβέντες με τα ζωντανά, λησμόνησε τα δέντρα και τα λουλούδια, πήρε βιβλία, μολύβια και χαρτιά κι έτρεξε με τ’ άλλα παιδιά στο σχολειό, για να μάθει γράμματα. Γραφτό του ήταν, ωστόσο, του Εργοκλή γράμματα πολλά να μη μάθει.

- Χάνει την ώρα του ο γιος σου με το σχολειό και το δάσκαλο, είπε μια μέρα στον πατέρα του ένας τρανός πραματευτής που ‘χε φτάσει στο χωριό με τη φανταχτερή του πραμάτεια. Τα πολλά γράμματα τι να τα κάνει; Πλούσιος γίνεται και με τα λίγα που ξέρει. Δώσ’ μου τον για παραγιό κι αν μάθει τη δουλειά καλά και καταπώς πρέπει, σαν μεγαλώσει, θα ‘χει βιος πιότερο απ’ το δικό μου.

Ο πατέρας του Εργοκλή δεν ήθελε να τον δώσει. Τον πονούσε το γιο του, τον αγαπούσε και δεν ήθελε να τον χάσει. Έβαλε ύστερα και τα κλάματα η γυναίκα του, σαν άκουσε πως θα ‘φευγε το παιδί του, κι ο πραματευτής έτοιμος ήταν να ξεκινήσει μονάχος. Όμως ο Εργοκλής, που πες πες για το γίγαντα φοβότανε τώρα πιότερο το θεριό απ’ ό,τι αγαπούσε τα γονικά του, ήθελε σώνει και καλά να φύγει από το χωριό. Αν πήγαινε μακριά, σκέφτηκε, πού ξέρεις; Μπορεί να τον έχανε ο γίγαντας, να μπερδευόταν και να μην μπορούσε ποτέ να τον βρει.

- Αν θέλεις να μη με σκλαβώσει και μένα ο γίγαντας, άσε με, πατέρα, κι ας πάω, του είπε. Προκοπή στο χωριό δε θα δω. Φτωχός θα μείνω, αδύναμος θα ‘μαι και το θεριό θα με πιάσει – δε θα γλιτώσω.

Ο πατέρας του το σκέφτηκε από δω, το ξανασκέφτηκε από κει και τέλος είπε το ναι, κι ας μην το ‘θελε, ας έκλαιγε κι η γυναίκα του. Έδωσε την ευχή του στον Εργοκλή με σφιγμένη καρδιά – θες για να μην του χαλάσει χατίρι, θες για να μη σταθεί εμπόδιο στην προκοπή του παιδιού, θες γιατί καταλάβαινε πως ζύγωνε η ώρα που θα ερχότανε το θεριό, την αλήθεια ποιος να την ξέρει;

Ξεκίνησε, λοιπόν, ο Εργοκλής, με το καινούριο αφεντικό να δουλέψει παραγιός, να μάθει του πραματευτή τη δουλειά, να γίνει πλούσιος και δυνατός, να μην μπορεί μηδέ γίγαντας μηδέ κανένας και τίποτα σε τούτο τον κόσμο να τον σκλαβώσει. Δεν ήταν όμως κι εύκολη η δουλειά που του ‘λαχε να κάνει. Στιγμή δε στεκόταν, λεπτό δεν του περίσσευε ν’ αναπαυτεί. Χωριό και κεφαλοχώρι δεν άφηναν με τον πραματευτή που να μη σταματήσουν, να μην ξεφορτώσουν, να μην απλώσουνε την πραμάτεια τους και να μην αρχίσουν το πούλημα. Και μόλις τέλειωναν τα καλά που κουβαλούσαν μαζί τους πήγαιναν στη μεγάλη πόλη με τη μεγάλη αγορά και γέμιζαν τη μεγάλη καρότσα τ’ αφεντικού μ’ άλλα καινούρια. Τάιζαν ύστερα καλά τ’ άλογό τους, έπινε τ’ αφεντικό κρασί μπόλικο, καλότρωγε κι ο Εργοκλής κι άρχιζαν πάλι να τριγυρνάνε σε χωριά και κεφαλοχώρια.

- Κουράστηκα, έλεγε ο παραγιός κάθε τόσο, σαν πλήθαιναν οι δουλειές, το φόρτωμα και το ξεφόρτωμα. Όμως τ’ αφεντικό δεν τον λυπόταν καθόλου. - Η δουλειά έχει κούραση, του αποκρινόταν. Αν δε δουλέψεις, προκοπή δε θα δεις. Όσο κι αν δούλευε όμως ο Εργοκλής, την προκοπή δεν την έβλεπε. Πέρασε ένας ολάκερος χρόνος, πέρασε δεύτερος, πέρασε τρίτος, πέρασαν κι άλλοι πολλοί, μα φτωχός ήταν και φτωχός έμενε. Παραγιός ήταν και παραγιός έμενε. Να τρέχει να βοηθάει τ’ αφεντικό, να φορτώνει και να ξεφορτώνει την πραμάτεια στη μεγάλη καρότσα, να φροντίζει το άλογο, κι όλο ν’ αλλάζει τόπο, κι όλο να γυρίζει από χωριό σε κεφαλοχώρι, κι όλο τα ίδια, κι όλο τα ίδια, και τίποτα μα τίποτα να μην αλλάζει, κι ούτε μια νύχτα να μην πέφτει στο στρώμα που να μην είναι ξεθεωμένος από την κούραση και κακιωμένος με τη μαύρη του μοίρα.

 

 

Υπόθεση

Βρισκόμαστε στο 1916, σε ένα χωριό των Σερρών. Η Ελλάδα έχει μόλις μπει στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ. Φοβούμενη τους βόρειους γείτονες που πολεμούν με τις Κεντρικές Δυνάμεις, μια μακεδονική οικογένεια παίρνει το τρένο της φυγής. Μέσα στον πανικό ο μικρός γιος Αλέξανδρος χάνεται, και ο αδελφός του Άγγελος, υπόσχεται στη μητέρα τους ότι θα τον βρει και θα τον επιστρέψει σε αυτήν σώο. Πώς θα καταφέρει άραγε να τηρήσει την υπόσχεσή του, όταν σε λίγο αιχμαλωτίζεται από τους εχθρούς και οδηγείται σε στρατόπεδο εργασίας μέσα στην ξένη χώρα;

 

Απόσπασμα

Μπήκε παγωμένος στο γραφείο του ταγματάρχη. Εκείνος τον κοίταξε και γύρισε στο βοηθό του. Μιλούσε γρήγορα κι ο Άγγελος προσπαθούσε να καταλάβει. Δεν έπιανε πολλές από τις κουβέντες του. Μονάχα κάτι σαν «γράψιμο», «ωραία γράμματα», «καταλόγους», «δουλειά», «αντικαταστάτη». Τις λέξεις «προδοσία», «κατάσκοπος» δεν τις άκουσε. Καταλάγιασε κάπως.

- Από σήμερα θα έρχεσαι εδώ κάθε πρωί του έλεγε τώρα ο ταγματάρχης αργά αργά, για να καταλαβαίνει. Δε θα πηγαίνεις για καταναγκαστική εργασία. Η δουλειά σου θα είναι γραφική. Ο Άγγελος έμεινε άναυδος! Δε θα τον ανάκριναν λοιπόν; Δε θα τον τιμωρούσαν; να και μια τύχη μέσα στις τόσες κακοτυχίες. Και δουλειά γραφική! Θα ξεκούραζε, δηλαδή, κιόλας για λίγο καιρό το βαλαντωμένο κορμί του! Του έδειξαν τι ακριβώς έπρεπε να κάνει: Καινούριο μητρώο φρουράς, βιβλίο ιματισμού, βιβλίο ποινών, βιβλίο αποθήκης, κατάλογο αποστολών, κατάλογο ασθενών… Το βράδυ ο Ανδρέας χοροπήδησε απ’ τη χαρά του, σαν έμαθε τούτα τα νέα. - Είδες, λοιπόν, που τρόμαξες άδικα; είπε γελώντας. Τώρα θα τρως και καλύτερα. Όσοι δουλεύουν γραφιάδες τρώνε και φασολάδα και μακαρόνια πού και πού. Λογαριάζονται εκλεκτοί! Διανοούμενοι…

- Μην κοροϊδεύεις, αν θέλεις να σου φέρνω λίγο και σένα, ψευτοφοβέρισε ο Άγγελος.

- Έπειτα μπορεί να μάθεις και νέα, συνέχισε χαμηλώνοντας τη φωνή του ο μικρός. Όλο και κάτι θα παίρνει τα’ αυτί σου εκεί μέσα. Όλο και κάτι θα βλέπει το μάτι σου. Σταμάτησε λίγο, έξυσε το σβέρκο του και συνέχισε με δισταγμό.

- Ξέρεις, ίσως μπορείς να κάνεις και κάτι ακόμα.

- Τι, δηλαδή;

- Να, οι άλλοι δυο συμπατριώτες που ήρθαμε εδώ μαζί, έχουν μαζέψει πληροφορίες για τούτα τα μέρη. Αν κατάφερνες να βρεςι κανένα χάρτη στρατιωτικό της περιοχής… Να ξέραμε τις κακοτοπιές… Εκείνοι, λένε, είναι αποφασισμένοι. Έτσι και βρούμε ευκαιρία… Ο Άγγελος κατάλαβε. Του ‘σφιξε το χέρι.

- Αυτό λογαριάζω κι εγώ καιρό τώρα. Επικίνδυνο, δε λέω, μα τούτη η κατάσταση δεν αντέχεται άλλο. Ξέρεις, έχω αφήσει τον αδελφό μου στην πατρίδα. Και είναι μικρός. Πρέπει να βρω τρόπο να γυρίσω, να τον πάρω και να τον πάω στους γονείς μας. Τους το έχω υποσχεθεί… Πού να σου λέω, είναι ολόκληρη ιστορία… Του είπε μέσες άκρες την ιστορία, το άλλο βράδυ. Έπειτα, λεπτομέρειες για την καινούρια δουλειά. Εύκολα πράγματα, μα για κείνο που έλεγαν θα έπρεπε λίγο να περιμένουν.

- Είναι όλοι σφιγμένοι, κουμπωμένοι μπροστά μου στο γραφείο, του εξήγησε. ν’ αρχίσουν κάπως να μ’ εμπιστεύονται κι έπειτα σίγουρα θα βρω τρόπο να πάρω ένα χάρτη. Κι ό,τι άλλη πληροφορία θα μας είναι χρήσιμη.

Σε λίγες μέρες, είχαν γίνει μια παρέα οι τέσσερις πατριώτες στο στάβλο. Ο Άγγελος, ο Ανδρέας και οι άλλοι, ο Αριστείδης κι ο Γιάννης. Κάθε βράδυ έλεγαν τα νέα τους γύρω απ’ τη λάμπα. Διηγιόταν ένας ένας τα βάσανα της ημέρας, έτσι για να ξεθυμαίνουν. Μετά κατάστρωναν το σχέδιο για την απόδραση. Ο Αριστείδης κι ο Γιάννης ήταν αρκετά μεγαλύτεροι. Είχαν πολεμήσει στον προηγούμενο πόλεμο και ήξεραν από τέτοιες δουλειές. Κι άλλοτε είχαν αποδράσει, όταν κάποτε τους είχαν πιάσει αιχμαλώτους οι εχθροί. Όλα σχεδόν τα είχαν προβλέψει. Στο βάθος του στάβλου υπήρχε ένα μικρό παράθυρο, δίχως κάγκελα, που έβλεπε στην πίσω μεριά του στρατοπέδου. Τούτο το παράθυρο δε φαινόταν διόλου από κει που κοιμόνταν οι ξένοι όμηροι, στην άλλη άκρη. Βέβαια, έξω, στη γωνιά, ήταν στημένο ένα φυλάκιο και μέσα ήταν πάντα ένας φρουρός. Όμως είχανε συνεννοηθεί μ’ εκείνο το φρουρό που γνώριζε ο Άγγελος. του είχαν δώσει τα υπόλοιπα από τη χρυσή λίρα. Μια νύχτα που θα είχε βάρδια εκείνος μπροστά στον πυλώνα θα προσποιόταν πως κάτι ύποπτο βλέπει τάχα στους απέναντι θάμνους. Θα φώναζε μπροστά για ενίσχυση τον πίσω φρουρό. Θα του τραβούσε την προσοχή θα τον καθυστερούσε όσο να προλάβουν να πηδήξουν και οι τέσσερις από το παράθυρο• μ’ αυτό το κόλπο, η δραπέτευση θα φαινόταν σαν απλή αβλεψία των φρουρών. Η ποινή τους δε θα ήταν μεγάλη. Ο γνωστός τους δε θα κινούσε υποψίες πως είχε βοηθήσει. Κι ως το πρωί, που θα ανακάλυπταν την απουσία τους οι εχθροί, εκείνοι θα ήταν κιόλας μακριά. Ο Αριστείδης έλεγε πως έτσι και βρίσκονταν έξω, για τα υπόλοιπα μπορούσαν να βασίζονται απάνω του. Με την πείρα του, θα οδηγούσε τη συντροφιά μέσα από τα βουνά. Έλειπε μόνο ο χάρτης.

Και μια μέρα, είδε ένα χάρτη ο Άγγελος απλωμένο πάνω σ’ ένα τραπέζι, στο γραφείο του ταγματάρχη. Τον γυρόφερε κάμποση ώρα. Κατάλαβε με λίγες λοξές ματιές πως ήταν αυτό που γύρευαν. Έπρεπε τώρα να βρει ευκαιρία να τον διπλώσει και να τον χώσει στην τσέπη. Ήρθε μια στιγμή που έμεινε μόνος. Σηκώθηκε από την θέση του… Πλησίασε… Έπειτα δίπλωσε με βιαστικές κινήσεις το χάρτη. Θόρυβο που έκανε το χαρτί!

- Τον τύλιξες καλά; άκουσε άξαφνα πίσω του μια φωνή. Ήταν ο ταγματάρχης. Η πόρτα είχε ανοίξει απότομα.

Κέρωσε ο Άγγελος.

ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ

Α)Γράψε πού και πότε διαδραματίζονται τα γεγονότα  του μυθιστορήματος;

β)Ποια είναι τα πρόσωπα του αποσπάσματος;Γράψε με λίγα λόγια την περίληψη.

Σύνοψη του βιβλίου

"Στο τσιμεντένιο δάσος"

 

Η Κόννη, μια δεκαεξάχρονη Ελληνίδα του απόδημου Ελληνισμού, έρχεται στην πυκνοδομημένη Αθήνα, το «τσιμεντένιο δάσος», για να περάσει τις καλοκαιρινές της διακοπές κοντά στην άρρωστη γιαγιά της. Σ’ αυτό το αλλιώτικο «δάσος» η Κόννη, που συνηθίζει να φοράει πάντα κάτι κόκκινο, θα συναντήσει σαν μια σύγχρονη έφηβη «κοκκινοσκουφίτσα» έναν από τους πιο φριχτούς λύκους της εποχής μας. Είναι ένας «λύκος» που ύπουλα, με προσωπείο ευπρεπούς ενήλικου, προσπαθεί όχι να την καταβροχθίσει, αλλά να την εξοντώσει διαφορετικά: με τη μύηση στον κόσμο του «λευκού θανάτου», των ναρκωτικών. Χρησιμοποιεί πολλά μέσα ο «κύριος» αυτός για να πετύχει τον σκοπό του. Με επιτήδειο τρόπο, πλησιάζει και προσπαθεί να εμπλέξει ακόμα και τη γιαγιά της. Η Κόννη όμως θα σταθεί τυχερή. Η παρουσία και η παρέμβαση ενός φοιτητή που τον γνωρίζει στο νοσοκομείο όπου νοσηλεύεται η γιαγιά της θα σταθεί καταλυτική για την εξέλιξη της ιστορίας αλλά και για τη σωτηρία της Κόννης.

Διάβασε  το απόσπασμα  που ακολουθεί:

 

Στο κεφαλόσκαλο δε φάνηκε κανείς. Μονάχα εκείνη η μυρωδιά η παράξενη τους υποδέχτηκε. Το σπίτι μέσα ήταν σχεδόν ολοσκότεινο. Σ’ ένα μόνο δωμάτιο, στο βάθος, έβλεπες κάποιο φως και κάτι που έμοιασε μ’ ανθρώπινη σκιά κουνήθηκε κατά κει.

«Ποιος είναι;» ακούστηκε μια βραχνιασμένη φωνή.

«Φίλοι…» φώναξε σταθερά ο Σωτήρης κι έσφιξε το χέρι της Κόννης. Ανέβηκαν τη σκάλα που έτριζε και προχώρησαν προς το φωτισμένο δωμάτιο, σκοντάφτοντας σε μαξιλάρια και ρούχα πεσμένα στο πάτωμα.

«Φέρνεις τίποτα, φίλε;» ρώτησε πάλι η βραχνιασμένη φωνή. Ετοιμαζότανε να ξαπλώσει σε μια κουρελού απλωμένη κατάχαμα εκείνος που τους είχε μιλήσει. Μ’ όλη τη ζέστη, ήταν τυλιγμένος ως το κεφάλι με μια κουβέρτα και δεν καταλάβαινες αν ήταν γέρος ή νέος. Η όψη του ήταν αλλόκοτη.

«Κανένα πράμα καλό;» ξαναρώτησε χαμηλά με λαχτάρα.

«Όχι, δεν πέτυχα τίποτα» μιμήθηκε το ύφος του ο Σωτήρης.

«Ούτε χόρτο;» άστραψε η αγωνία στο μάτι του.

«Ούτε» είπε ο Σωτήρης κοφτά. Έφτυσε κείνος μ’ αγανάχτηση κάτω και ξεστόμισε μια βρισιά.

«Χάθηκε κι εκείνος ο βρομόγερος, πανάθεμά τον» μουρμούρισε ύστερα και ζάρωσε στην κουρελού.

«Το ’σκασε και μας άφησε ρέστους, ο μασκαράς…» «Δεν πατάει καθόλου, ε;» θυμωμένος τάχα ρώτησε ο Σωτήρης.

«Μπαααα! Καπνός έγινε. Τον παρακολουθούσανε λέει… Κουραφέξαλα! Εδώ μέσα χωμένους ποιος να μας βρει; Δίχως κάρφωμα δε γίνονται τέτοια… Ποιος ξέρει όμως τι άλλο σκάρωσε ο μάγκας και μας πούλησε παραμύθια. Τρομάξανε άδικα των αδίκων κι οι άλλοι και λάκκισαν. Δε βλέπεις; Ερήμωσ’ ο τόπος! Μονάχα τρεις απομείναμε, του λόγου μου και τα δυο αδέρφια. Είναι λίγο άρρωστος ο μικρός». Τα δυο αδέρφια… σκίρτησε η Κόννη.

«Πού ’ν’ τα; Η κοπέλα πού είναι;» πετάχτηκε με λαχτάρα.

«Στο δωμάτιο, δίπλα» έδειξε κείνος βαριεστημένα μια πόρτα κλειστή κι έγειρε να ξαπλώσει. Έσπρωξαν την πόρτα με χέρι τρεμάμενο

Το βιβλίο Στο τσιμεντένιο δάσος ήταν το πρώτο ελληνικό εφηβικό βιβλίο που γράφτηκε με θέμα τα ναρκωτικά. Οι αντιδράσεις ήταν ποικίλες. Υπήρχαν τότε αρκετοί ενήλικοι που θεωρούσαν ότι τέτοια θέματα δεν έπρεπε να θίγονται σε βιβλία για εφήβους. Η τραγική σημερινή κατάσταση δείχνει ότι όχι μόνο έπρεπε να γραφούν, αλλά να είναι και πολύ περισσότερα. Συχνά έφηβοι στα γράμματα που μου στέλνουν, μα και στα σχολεία όπου τους συναντώ, με ρωτούν αν είναι περιστατικά της δικής μου ζωής όσα γίνονται στα μυθιστορήματά μου. Τους απαντώ ότι αυτό δεν είναι απαραίτητο στη λογοτεχνία. Με την ευαισθησία και τις ειδικές «κεραίες» που διαθέτει ένας λογοτέχνης, μπορεί να συλλαμβάνει και να βιώνει καταστάσεις που ζουν άλλοι τριγύρω του και να τις βιώνει ως δικές του. Προσωπικές εμπειρίες και πραγματικά περιστατικά μπορεί σε μερικά βιβλία να υπάρχουν, έχουν όμως υποστεί τη μετουσίωση που οδηγεί στην απαραίτητη μυθοπλασία. Με ρωτούν επίσης αν είναι πρόσωπα πραγματικά οι ήρωες των βιβλίων μου. Τους εξηγώ πως οι χαρακτήρες που δημιουργώ είναι φανταστικοί, αλλά για μένα είναι όντα πραγματικά, ζουν μαζί μου και με συντροφεύουν, δεν εξαφανίζονται όταν τελειώνω την ιστορία τους. Έτσι τα μυθιστορήματά μου, χωρίς το ένα να είναι συνέχεια του άλλου, «διακλαδώνονται» με κάποιον τρόπο και πολλά από τα πρόσωπα που πλάθω επανεμφανίζονται. Τον πρωταγωνιστικό ρόλο ωστόσο τον έχουν άλλα κάθε φορά.

Στη γειτονιά του ήλιου, μια γειτονιά που θα μπορούσε να είναι σε οποιαδήποτε πόλη, ζουν δέκα μικρά παιδιά - πέντε αγόρια και πέντε κορίτσια. Όλα μαζί παίζουν, μαλώνουν, φιλιώνουν, συμπαραστέκονται το ένα στο άλλο και δε διστάζουν ν' αντιδράσουν ομαδικά, όταν κάτι τους φαίνεται άδικο. Μέσα απ' το παιχνίδι μαθαίνουν πράγματα καθημερινά, αλλά και έννοιες σημαντικότερες, όπως η αξία της φιλίας, η σημασία του περιβάλλοντος, οι καλές ανθρώπινες σχέσεις και η αληθινή αγάπη.

Απόσπασμα

Ο ήλιος και η γειτονιά του. Κανένας δεν το ξέρει σ’ όλη τη Γη: ο ήλιος έχει µια παράξενη κρυφή συνήθεια. Το πρωί σαν σηκωθεί και τ’ απογευµατάκι πριν να δύσει, σταµατά για µια στιγµή τη βόλτα του στον ουρανό και σκύβει για να ρίξει µια µατιά σε µια απόµερη γειτονιά. Είναι η γειτονιά του η αγαπηµένη! Όχι πως δεν αγαπάει και τις άλλες, δηλαδή… Όλες τις γειτονιές τις αγαπάει. Αλλά, να… Εκείνη η γειτονιά έχει στη µέση µια πλατεία. Και σε εκείνη την πλατεία οι άνθρωποι έχουν δώσει  το όνοµά του. «Πλατεία Ηλίου» γράφουν όλες οι ταµπέλες τριγύρω.

Και ο ήλιος πολύ καµαρώνει γι’ αυτό. Και γι’ αυτό την αγαπάει τόσο. Άλλο τίποτα ξεχωριστό δεν έχει η γειτονιά εκείνη. Είναι µια συνηθισµένη γειτονιά µε πολλά πολλά σπίτια και λίγα, πολύ λίγα δέντρα. Τα δέντρα είναι στην πλατεία και τριγύρω, κολλητά το ένα στ’ άλλο, είναι τα σπίτια – άλλα πιο ψηλά κι άλλα πιο χαµηλά. Άλλα έχουν µια µικρή αυλή, άλλα ένα µικρούλη κήπο, κι άλλα δεν έχουν ούτε αυλή ούτε κήπο.

Γι’ αυτό, τα παιδιά που ζουν εκεί µαζεύονται και παίζουν στην πλατεία µε τα λίγα δέντρα – στην Πλατεία Ηλίου, δηλαδή. Χώρο δεν έχουν, βέβαια, και πολύ. Γιατί η πλατεία δεν είναι µεγάλη. ΄Ισα ίσα που χωράει πέντε κούνιες και δέκα παγκάκια. Μα έτσι και φουντώσει το παιχνίδι, έτσι κι αντηχήσουν γέλια οι γύρω δρόµοι, η πλατεία θαρρείς µεγαλώνει. Τα δέντρα φαίνονται πολλά, τα σπίτια λίγα κι όλη η γειτονιά γίνεται τόπος παραµυθένιος.

 Τότε η ήλιος χαίρεται πολύ. Και καµαρώνει ακόµα περισσότερο που τα παιδιά τού οµορφαίνουν τόσο την πλατεία. ∆έκα είναι τα παιδιά που παίζουν στην πλατεία του ήλιου κάθε µέρα. Πέντε αγόρια και πέντε κορίτσια. Κι έτσι καθώς παίζουν πάντα όλα µαζί, έχουν γίνει φίλοι αχώριστοι. Τα πέντε αγόρια είναι ο Αντώνης, ο ∆ηµήτρης, ο Σωτήρης, ο Μιχάλης και ο Φώτης. Τα πέντε κορίτσια είναι η Ελένη, η Σοφία, η Μάρω, η Άννα και η Κατερίνα.

Ο ήλιος τα γνωρίζει πια καλά. Μαθαίνει πάντα όλα τους τα νέα. Ξέρει ακόµα, µια και µια, όλες τις µικρές τους ιστορίες, που είναι γραµµένες µέσα σε τούτο το βιβλίο. Και το ίδιο τα αγαπάει και τα δέκα. Ο ήλιος, όµως, σήµερα εννιά παιδιά µετράει: πέντε αγόρια και τέσσερα κορίτσια. Ένα κορίτσι λείπει, η Άννα. Έµεινε στο σπίτι γιατί έχει, λέει, δουλειά. Μια δουλειά πολύ σπουδαία. Μια δουλειά πολύ σοβαρή. Πιο σοβαρή κι απ’ το παιχνίδι! 

Ημερολόγιο

Προθεσμία
Γεγονός μαθήματος
Γεγονός συστήματος
Προσωπικό γεγονός

Ανακοινώσεις

Όλες...
  • - Δεν υπάρχουν ανακοινώσεις -