Μάθημα : Ε2 Τάξη Φιλαναγνωσία -Γνωρίζουμε τη συγγραφέα Λότη Πέτροβιτς -Ανδρουτσοπούλου
Κωδικός : 9380073243
9380073243 - ΕΥΑΝΘΙΑ ΠΟΜΑΚΗ
Ενότητες μαθήματος
-
Εμφάνιση όλων των ενοτήτων
-
"Το παιδί από τη θάλασσα"Εκπαιδευτικές δραστηριότητες
-
"Ο καιρός της σοκολάτας"
-
ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ(Ο ΚΑΙΡΟΣ ΤΗΣ ΣΟΚΟΛΑΤΑΣ)
-
"Σπίτι για πέντε"
-
ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "ΣΠΙΤΙ ΓΙΑ ΠΕΝΤΕ"
-
"ΣΠΙΤΙ ΓΙΑ ΠΕΝΤΕ" Λύσε το σταυρόλεξο
-
"Τα Χριστούγεννα της ασημόφυλλης ελιάς"
-
"Ιστορίες που κανένας δεν ξέρει"
-
"Ο μικρός αδελφός"
-
"Στο τσιμεντένιο δάσος"
-
"Στο τσιμεντένιο δάσος"
-
Η συγγραφέας αποκαλύπτει...
-
"Στη γειτονιά του ήλιου"
-
ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "Στη γειτονιά του ήλιου"
-
ΒΙΒΛΙΑ ΛΟΤΗΣ ΠΕΤΡΟΒΙΤΣ -ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΥ (ΣΤΑΥΡΟΛΕΞΟ)
-
"Το παιδί από τη θάλασσα"Εκπαιδευτικές δραστηριότητες
"Τα Χριστούγεννα της ασημόφυλλης ελιάς"

ΥΠΟΘΕΣΗ
Η ασημόφυλλη ελιά έχει χρυσή καρδιά και παρηγορεί τους φίλους της λεύκα, βελανιδιά, πλάτανο και μουριά, που χάνουν τα φύλλα τους το χειμώνα. Μια είδηση όμως έρχεται να την στεναχωρήσει πολύ. Είναι άραγε αλήθεια πως οι άνθρωποι κάθε Χριστούγεννα την περιφρονούν και τιμούν με τα στολίδια και τα τραγούδια τους το έλατο; Όταν η καρακάξα τους μεταφέρει τη φήμη αυτή, όλα τα δέντρα της πλαγιάς νιώθουν αδικημένα. Ευτυχώς, το φεγγάρι αναλαμβάνει να λύσει την παρεξήγηση και να τους διηγηθεί τι στ' αλήθεια συμβαίνει με το έλατο κάθε χρονιά, όπως και τι το περιμένει μετά τις γιορτές. Η ζήλια για την τύχη του, θα δώσει έτσι γρήγορα τη θέση της στη συμπόνια και τη συμπαράσταση.
Απόσπασμα
Ριζωμένη στην πλαγιά ενός βουνού, ζούσε κάποτε μια μεγαλόκορμη ελιά. Τα πυκνά κλαριά της ήταν πάντοτε γεμάτα φυλλαράκια γκριζοπράσινα, φρέσκα και γυαλιστερά, που φάνταζαν ασημένια νύχτα μέρα, πότε με το φως του ήλιου, πότε με το φως του φεγγαριού. Άνοιξη και καλοκαίρι χάριζε τη σκιά της σε όσους την αποζητούσαν. Το φθινόπωρο, σαν όλες τις ελιές, ετοίμαζε καρπούς κι άφηνε όποιον την πλησίαζες να τους μαζεύει. Το χειμώνα κρατούσε συντροφιά στα γύρω δέντρα και πιότερο σε όσα έχαναν τα φύλλα τους κι έδειχναν λυπημένα με τα κλαριά γυμνά – όπως η λεύκα, η βελανιδιά, ο πλάτανος και η μουριά.
- Όταν έρθει ο καιρός, θα ξαναβγάλουν φύλλα τα κλαριά σας, τους μιλούσε με αγάπη και τους έδινε κουράγιο. Δίχως φύλλα, νιώθετε μεγάλη στενοχώρια, το καταλαβαίνω και λυπάμαι με τη λύπη σας. Μακάρι να μπορούσα να σας δώσω λίγα απ’ τα δικά μου, που ποτέ δεν πέφτουν, μα δε γίνεται… Οι ρίζες σας ωστόσο είναι γερές, όπως και οι δικές μου. Αυτές πάντα θα σας στηρίζουν και θα σας δίνουν δύναμη, μην το ξεχνάτε! Κάντε υπομονή λοιπόν!
- Έχεις χρυσή καρδιά κι ας δείχνουνε τα φύλλα σου ασημένια, φιλενάδα μου ελιά, της απαντούσε η λεύκα. Και μόνο η καλή σου η κουβέντα μας αρκεί για να ξεχνάμε τον καημό μας.
- Είσαι η καλύτερή μας φίλη, τη βεβαίωνε και η βελανιδιά. Πάντα πονάς και νοιάζεσαι για κάθε διπλανό σου.
- Είσαι γεμάτη αγάπη κι απλόχερα τη δίνεις σε όσους τη χρειάζονται, συμπλήρωνε κι ο πλάτανος.
- Είσαι πολύτιμο κι ευλογημένο δέντρο, ξέρεις στ’ αλήθεια να παρηγορείς, μουρμούριζε από κοντά και η μουριά.
- Όλα τα δέντρα είναι ευλογημένα και όλα είναι πολύτιμα, καθένα για τις χάρες του, της απαντούσε η ελιά. Από καρδιάς, ωστόσο, σας ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια. Νιώθω χαρά μεγάλη που σας έχω δίπλα μου κι είμαστε φίλοι αληθινοί.
Ένα χειμωνιάτικο πρωί, ωστόσο, ήταν αμίλητη και σκεφτική η ασημόφυλλη ελιά. Παραξενεύτηκαν τα’ άλλα τα δέντρα όταν το πρόσεξαν.
- Τι έχεις φιλενάδα μου, και δείχνεις τόσο άκεφη; κούνησε σαστισμένη τα κλαριά της η βελανιδιά.
- Μήπως σε λύπησε κανείς μας άθελά του; αναδεύτηκε ανήσυχος ο πλάτανος. - Μην έτυχε και ακούστηκε κακή κουβέντα να λέει για σένα κάποιο δέντρο; σάλεψε η λεύκα ταραγμένη.
- Σίγουρα κάτι τέτοιο θα συμβαίνει, οι κακοί δε λείπουνε ποτέ, μουρμούρισε καχύποπτα η μουριά. Αναστέναξε η ασημόφυλλη ελιά. Όχι, κακή κουβέντα δεν είχε ακούσει από κανένα δέντρο. Άλλο είχε γίνει.
- Τι άλλο, δηλαδή; ρώτησαν οι φίλοι απορημένοι.
- Να, είπε όλο παράπονο η ελιά. Πρωί πρωί πέταξε εδώ κοντά μια καρακάξα, κάθισε στα κλαριά μου κι άρχισε να μιλάει για κάτι πολύ άδικο που κάνουν κάθε χρόνο οι άνθρωποι σε μένα. «Ενώ του λόγου σου είσαι καλή και χρήσιμη και όλοι σ’ αγαπούν», μου είπε, «ενώ προσφέρεις στους ανθρώπους απ’ τα’ αρχαία ακόμα χρόνια τον πολύτιμο καρπό σου να βγάζουν λάδι για τροφή, ακόμα και για να γιατρεύουν τις πληγές τους, εκείνοι σε περιφρονούν».
- Σε περιφρονούν; παραξενεύτηκαν τα’ άλλα τα δέντρα. Πώς το κατάλαβε αυτό η καρακάξα;
- Το είδε καθαρά, μου είπε, τώρα που πλησιάζουν τα Χριστούγεννα και η Πρωτοχρονιά.
- Τι είδε, δηλαδή; ρώτησαν δύσπιστα ολόγυρα οι φίλοι.