Μάθημα : Ε2 Τάξη Φιλαναγνωσία -Γνωρίζουμε τη συγγραφέα Λότη Πέτροβιτς -Ανδρουτσοπούλου

Κωδικός : 9380073243

"Ο καιρός της σοκολάτας"

"Ο  καιρός της σοκολάτας"

 

 

Υπόθεση

Διηγήματα βασισμένα σε πραγματικά περιστατικά βρίσκονται μέσα σ’ αυτό το βιβλίο, ιστορίες αληθινές που ίσως φαίνονται απίστευτες, όπως τα παραμύθια. Πίσω από τις γραμμές τους κρύβεται ένα κομμάτι της νεότερης Ιστορίας μας, τα χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, μια εποχή που, όσα βιβλία κι αν γράφτηκαν γι’ αυτή, ποτέ δε θα είναι αρκετά. Παράλληλα, η συγγραφέας προτείνει στους νεαρούς αναγνώστες, σαν παιχνίδι, να ανιχνεύσουν γεγονότα, πρόσωπα, τόπους και στιγμιότυπα που μεταπλάστηκαν σε στοιχεία άλλων λογοτεχνικών της έργων.

Απόσπασμα

Το Δεκέμβρη του 1943, αρχή ενός ακόμα χειμώνα πείνας και παγωνιάς, άχνισε κάτι ζεστό ξαφνικά στην αυλή του σχολείου μας. Ήταν ένα μεγάλο καζάνι και μέσα είχε συσσίτιο για τα παιδιά.

Γύρισα στο σπίτι περήφανη, κρατώντας με προσοχή ένα τενεκεδάκι γεμάτο σούπα πηχτή. «Γιατί δεν την έτρωγες στο σχολείο, καρδούλα μου;» λαχτάρισε η μάνα μου. «Αν σου χυνόταν στο δρόμο;» Δεν ήξερε ότι με τίποτα δε θ’ άφηνα το τενεκεδάκι μου να πάθει στο δρόμο κακό.

Πηγαίνοντας το πρωί στο σχολείο, είχα δει τρεις σκελετωμένους με κουρέλια να ψάχνουν με μάτι άγριο σ’ ένα σωρό από σκουπίδια. Άρπαζαν αποφάγια, φλούδια, κουκούτσια και τα ‘γλειφαν με λαχτάρα… Μου κόπηκε η ανάσα. Σκέφτηκα πως έτσι θα καταντούσαν κι οι μεγάλοι στο σπίτι αν συνέχιζαν να μην τρώνε, για να έχουμε φαγητό μόνο εμείς τα παιδιά. Κι ύστερα θα πέθαιναν ένας ένας – ο μπαμπάς, η μαμά, η ξαδέρφη μας η Όλγα…

«Θα φάτε λίγη σούπα κι εσείς, αλλιώς δεν τρώω καθόλου» δήλωσα ορθά κοφτά. «Το ίδιο κι εγώ» φώναξε ο Μάνος, ο αδερφός μου. (…) Η σούπα ερχόταν τακτικά στο σχολείο, πάντα η ίδια, άνοστη και πηχτή.

Ώσπου μια μέρα, μας μοίρασαν κάτι ξεχωριστό. Μπήκαμε στη γραμμή και μας έβαλαν στα τενεκεδάκια κάτι σα μέλι, αλλά σκούρο κοκκινωπό. «Γλυκόζη» το είπαν μα και για σοκολάτα λιωμένη μπορούσες ακόμα να το περάσεις με τη φαντασία σου, αν τη σοκολάτα τη λάτρευες και σου έλειπε όλο και περισσότερο. Βουτούσαν τα παιδιά το δάχτυλο στη γλυκόζη, το έγλειφαν με απόλαυση και γελούσαν ευτυχισμένα, πειράζονταν μεταξύ τους.

Ένα μεσημέρι, γυρίζοντας ο αδερφός μου από το σχολείο, δεν ήθελε να βάλει μπουκιά στο στόμα του – ούτε από τη σούπα ούτε από τη γλυκόζη. Ταραγμένος φαινόταν, έτοιμος να βάλει τα κλάματα. «Τι συμβαίνει, παιδί μου;» ανησύχησε η μαμά. Εκείνος δεν έβγαζε λέξη. Κι όσο δε μιλούσε, τόσο επέμενε η μάνα μου να μάθει, τόσο μεγάλωνε και η δική μας η περιέργεια.

Με τα πολλά, αποφάσισε τελικά ν α μιλήσει. Κι αυτό που μας είπε γράφτηκε στη μνήμη μου ανεξίτηλα. Στην αυλή για το συσσίτιο βρισκόταν, με της τάξης του τα παιδιά. «Σκαρώνουμε κάτι;» άκουσε έναν από τους συμμαθητές του –«πειραχτήρης» ήταν το παρατσούκλι του- να ψιθυρίζει στο διπλανό, μόλις πήρε τη γλυκόζη στο τενεκεδάκι του. Ο άλλος έγνεψε «ναι». Τότε ο πειραχτήρης κάτι του είπε στ’ αυτί, κρυφογέλασαν οι δυο τους πονηρά κι εξαφανίστηκαν στη στιγμή.

Σε λίγο χτύπησε το κουδούνι να μπούνε στην τάξη. Πρώτα έμπαιναν τα κορίτσια. Ύστερα τ’ αγόρια. Τελευταία η δασκάλα, που κόντευε να μην ξεχωρίζει από τα παιδιά, έτσι που είχε απομείνει πετσί και κόκαλο. Καταλάβαινες πως ήταν μεγάλη από τα μάτια της μόνο, που τα σκοτείνιαζαν ολόγυρα δυο μαύροι κύκλοι. Όταν μπαίνανε όλοι στην τάξη, έκλεινε την πόρτα, μετρούσε τα παιδιά σειρά σειρά, έλεγε «εντάξει, φρόνιμα τώρα, μην ακούσω μιλιά» κι αρχίζανε αμέσως το μάθημα. Το «εντάξει, φρόνιμα τώρα, μην ακούσω μιλιά» τη φορά εκείνη δεν το είπε. Ούτε να τους μετρήσει την είδανε. Κοντά στην πόρτα της τάξης στεκόταν σκυφτή, σαν να ψαχούλευε κάτι. «Μα τι κάνει η κυρία εκεί;» ρώτησε παραξενεμένος ο Μάνος που δεν καλόβλεπε, τα περισσότερα παιδιά ήταν όρθια ακόμα. «Πασαλείψαμε το χερούλι με γλυκόζη» χασκογέλασε από δίπλα ο πειραχτήρης «για να κολλήσουν τα χέρια της να γελάσουμε!»

Δε γελάσανε. Καθίσανε τελικά στα θρανία τους και δε μιλούσε κανείς. Κοιτούσαν τη δασκάλα τους τώρα όλοι βουβοί, σαστισμένοι… Είχε σκύψει κι έγλειφε με λαχτάρα μια το χερούλι της πόρτας, μια την παλάμη της… Ύστερα γύρισε και τους κοίταξε με παράπονο. Στα μάγουλά της έτρεχαν δάκρυα. «Μην τη σπαταλάτε τη γλυκόζη, χρυσά μου, για τ’ όνομα του Θεού!» είπε ξέπνοα. «Σας τη δώσαμε όλη, ούτε μια σταγονίτσα δεν κρατήσαμε εμείς οι δάσκαλοι, για να τη φάτε να δυναμώσετε εσείς τα παιδιά. Μην τη σπαταλάτε, σας παρακαλώ, είναι κρίμα! Ειν’ αμαρτία!» Την πήραν πάλι τα δάκρυα. Κι έκλαιγε, έκλαιγε…

Μαζεύτηκαν όλοι τριγύρω της. Μονάχα ο πειραχτήρης έμεινε στο θρανίο του με το κεφάλι κατεβασμένο. Οι άλλοι σπρώχνονταν ποιος πρώτος να την αγκαλιάσει, ποιος να της πρωτοπεί «από το δικό μου, από το δικό μου, κυρία, να, πάρετε λίγο! Ούτ’ ένα τενεκεδάκι δεν άγγιξε η δασκάλα. Μόνο έκλαιγε, έκλαιγε…

 

Προβληματισμοί για Συζήτηση

Κατοχή. Γνωρίζετε τι σημαίνει η λέξη Κατοχή; Έχετε ακούσει ποτέ ιστορίες από τους παππούδες και τις γιαγιάδες σας για τα παλιά χρόνια; Εσείς πώς θα αντιδρούσατε αν η χώρα μας ξεκινούσε πόλεμο με μια ξένη χώρα; Έχετε συζητήσει με παιδιά από περιοχές στις οποίες γίνεται πόλεμος; Τι συμβαίνει άραγε στους κατοίκους μιας χώρας όταν αυτή κατακτηθεί από έναν ξένο στρατό; Επιτρέπεται στους ανθρώπους να ζουν όπως και πριν; Και αν το φαγητό δεν φτάνει για όλους, τι μπορούν να κάνουν για να καταφέρουν να επιβιώσουν;

ΠΗΓΗ:Παιδική λογοτεχνία