Μάθημα : Αρχαία Ελληνικά από μετάφραση Γ΄ Γυμνασίου

Κωδικός : G1733236

G1733236 - ΣΤΕΛΛΙΑ ΚΟΜΝΙΑΝΟΥ

Γλωσσάριο

Ορισμός

1. επιθυμώ έντονα, κατέχομαι από διακαή πόθο: Λαχταράει να δει το παιδί της. Λαχτάρησα να φάω χταπόδι. || επιθυμώ να δω, να συναντήσω κπ.: Σε λαχταρήσαμε τόσον καιρό. 2. περιμένω, προσδοκώ με αγωνία, ανυπομονώ: ~ τη στιγμή που θα τη σφίξω στην αγκαλιά μου. 3. νιώθω έντονη συγκίνηση, ψυχική ταραχή, ξαφνικό φόβο: Tρόμαξα πολύ, λαχτάρησε η καρδιά μου. Aκούσαμε πως τον χτύπησε αυτοκίνητο και λαχταρήσαμε. || κάνω κπ. να νιώσει ψυχική ταραχή, φόβο: Άργησες να γυρίσεις και μας λαχτάρησες.

Κατηγορία

Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες

URL

Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες

Σχόλια

Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες

Ορισμός

ANT μνήμη. 1. η λησμονιά, το να ξεχνάει κανείς ή να ξεχνιέται κτ.: Παραδίδω κτ. στη ~. ~ στο παρελθόν, ας ξεχαστεί το παρελθόν. Ευεργετική ~ κάλυψε τα δυσάρεστα γεγονότα. 2. (ψυχ.) η πλήρης εξαφάνιση από τη συνείδηση κάποιας παράστασης, έτσι ώστε να μην είναι πια δυνατό αυτή να αναπλαστεί: H διαδικασία της λήθης είναι πιο γρήγορη για το πρόσφατο και πιο αργή για το μακρινό παρελθόν. [λόγ. < αρχ. λήθη]

Κατηγορία

Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες

URL

Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες

Σχόλια

Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες

Ορισμός

(συναισθ.) ξεχνώ. ΠAΡ Mάτια που δε βλέπονται, γρήγορα λησμονιούνται, ξεχνάει κανείς εύκολα αυτόν με τον οποίο δεν έχει συχνή επαφή. Ο Θεός* αργεί, μα δε λησμονεί.

Κατηγορία

Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες

URL

Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες

Σχόλια

Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες