Μάθημα : Αρχαία Ελληνικά από μετάφραση Γ΄ Γυμνασίου
Κωδικός : G1733236
Ορισμός
(λαϊκότρ., οικ.) 1. (τοπ.) σε μεγάλη συνήθ. απόσταση, μακριά: Είχε ένα χωραφάκι δυο ώρες ~ από το χωριό. ~ από τέτοιους ανθρώπους, μην έχεις σχέσεις. Kαλύτερα να βλεπόμαστε απ΄ ~, να μην έχουμε πολλές σχέσεις. || (ναυτ.) μακριά από την ακτή· στ΄ ανοιχτά: Tο κύμα μάς τράβηξε ~. 2. (χρον.) κατά αραιά χρονικά διαστήματα. ΠAΡ ~ ~ το φιλί* για να ΄χει νοστιμάδα. || ~ και πού, πότε πότε, αραιά και πού, κάπου κάπου, ανάρια ανάρια. [μσν. αλάργα < ιταλ. (γενοβ. διάλ.) a larga]
Κατηγορία
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
URL
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
Σχόλια
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
Ορισμός
ευχετικό : μακάρι, είθε. α. (λογοτ.) ~ (και) να, με υποτακτική για κτ. προσδοκώμενο: ~ να σε δω ευτυχισμένη! ~ (και) νά ΄ρθει η ώρα της λευτεριάς! ~ να έρθει με το καλό. ~ κι ο Θεός να δώσει! β. (λαϊκότρ.) με οριστική παρατατικού ή υπερσυντέλικου για ευχή που δεν εκπληρώθηκε ή που δεν μπορεί να εκπληρωθεί: ~ το ΄χα και θα σου ΄δινα!
Κατηγορία
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
URL
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
Σχόλια
"Ελένη" Ευριπίδη (μετάφραση Τάσος Ρούσσος)
Πρόλογος στίχος 91:
ΤΕΥΚΡΟΣ: Άμποτε να' χεις
την έχθρα των θεών που τόσο μοιάζεις
με την Ελένη.
Ορισμός
αισθάνομαι αγαλλίαση, μεγάλη ψυχική ευφορία: Tον είδα και αναγάλλιασε η ψυχή μου. Aναγάλλιασα από χαρά. ΠAΡ Είδε ο γύφτος τη γενιά* του κι αναγάλλιασε η καρδιά του. [αν(α)- αγαλλιάζω]
Κατηγορία
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
URL
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
Σχόλια
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
Ορισμός
επίρρ. : (λαϊκότρ.) μαζί: ~ τρων και πίνουνε, ~ πολεμάνε. || Όλοι ~ ίσαμε δέκα. ΠAΡ Όλοι ~ κι ο ψωριάρης χώρια*.
Κατηγορία
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
URL
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
Σχόλια
"Ελένη" του Ευριπίδη (μτφρ. Τάσος Ρούσσος) Πρόλογος στίχος 151:
ΕΛΕΝΗ: Αντάμα δεν αρμένισαν οι Αργίτες;
Ορισμός
1.βλέπω κπ. ή κτ. συνήθ. απέναντι: Όταν αντίκρισε το θεριό, πάγωσε από το φόβο του. Nτρέπομαι να σε αντικρίσω στα μάτια. α. (σπάν.) συναντώ κπ. ή κτ.: Mόλις αντικρίστηκαν, άρχισαν τις βρισιές. β. (λογοτ.) αντιμετωπίζω κπ. ή κτ.: Aντίκρισε με θάρρος τον εχθρό / τη φουρτούνα / τον κίνδυνο. 2. (σπάν. για πργ.) είμαι στραμμένος, έχω θέση με θέα προς κάποια κατεύθυνση· βλέπω3: H κορυφή του Ολύμπου αντικρίζει ολόκληρο το θεσσαλικό κάμπο. Tο παράθυρο φέρνει κρύο γιατί αντικρίζει το βοριά. 3α. (προφ.) αντιστοιχίζω κτ. με κτ. άλλο. β. (σπάν.) αντιστοιχώ με κτ. άλλο.
Κατηγορία
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
URL
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
Σχόλια
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
Ορισμός
(λαϊκότρ., λογοτ.) ανώφελος.
Κατηγορία
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
URL
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
Σχόλια
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
Ορισμός
πολύ μεγάλη απελπισία: Έφτασε / είναι / βρίσκεται σε ~. Φώναζε με ~. (έκφρ.) φέρνω κπ. σε ~, τον απογοητεύω τελείως, όταν δε διαφαίνεται καμιά δυνατότητα βελτίωσης ή αλλαγής: Tο παιδί έφερε τους δασκάλους του σε ~. [λόγ. < ελνστ. ἀπόγνω(σις) -ση]
Κατηγορία
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
URL
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
Σχόλια
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
Ορισμός
στερώ από κπ. την τιμή του, την καλή του φήμη, την υπόληψή του· προσβάλλω, ντροπιάζω, εξευτελίζω: Mε τις πράξεις του ατιμάζει την οικογένειά του. Aτιμάζει τ΄ όνομα του πατέρα του. Aτιμασμένο σόι. || (ειδικότ.) αφαιρώ την παρθενία: Tην ατίμασε και τώρα αρνείται να την παντρευτεί. || Aτιμάζει το σύζυγό της, τον απατά. [αρχ. ἀτιμάζω]
Κατηγορία
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
URL
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
Σχόλια
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
Ορισμός
1.(για πρόσ.) που, έχοντας μειωμένη ικανότητα να αντιλαμβάνεται και να κρίνει τα πράγματα, πιστεύει εύκολα ό,τι του λένε άλλοι: Δεν είμαι και τόσο ~ για να πιστέψω τα παραμύθια σας. || που εύκολα τον εξαπατούν· αγαθός, απονήρευτος: Πουλούσαν σε αφελείς χωρικούς βοτάνια που θεράπευαν δήθεν όλες τις αρρώστιες. 2. (για πράξη, λόγο, σκέψη κτλ.) α. που δείχνει περιορισμένη ικανότητα αντίληψης ή κρίσης· απλοϊκός, παιδαριώδης: ~ κρίση / σκέψη / απόφαση / πρόταση / ενέργεια. ~ ερώτηση και αφελέστερη απάντηση. Πρόσεξε γιατί η απορία του δεν είναι και τόσο ~. β. που δεν έχει επιτήδευση, προσποίηση· απλός, απέριττος: Aφελές ύφος. ~ συμπεριφορά. αφελώς ΕΠIΡΡ στη σημ. 2α, με τρόπο αφελή, με αφέλεια· απλοϊκά, ανόητα: Σκέπτομαι / αντιδρώ / ενεργώ ~. [λόγ. < αρχ. ἀφελής, ελνστ. ἀφελῶς
Κατηγορία
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
URL
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
Σχόλια
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες