Μάθημα : Η τελευταία Π.Α. εκατονταετία Γιάννης Ρίτσος
Κωδικός : 9090079286
Γλώσσα ΣΤ΄28η Οκτωβρίου - ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ
Γλωσσάριο
Ορισμός
γυλιός ο [jilós] Ο17 : είδος στρατιωτικού σάκου, συνήθ. από χοντρό αδιάβροχο ύφασμα, που τον κρεμούσαν από τους δύο ώμους στην πλάτη: Bαδίζαμε ώρες μέσα στην κάψα, φορτωμένοι το γυλιό. Mε το γυλιό στη ράχη και τις αρβύλες στα πληγιασμένα πόδια. [λόγ. < αρχ. γυλιός]
Κατηγορία
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
URL
Σχόλια
Λεξικό της Κοινής νεοελληνικής
www.greek-language.gr