Μάθημα : Η Μεγάλη Επανάσταση ( 1821 - 1830)
Κωδικός : 9090079269
Ορισμός
αγώνας (ο) {-α κ. (λόγ.) -ος} 1. επίπονη, κοπιώδης προσπάθεια για την επίτευξη σκοπού: η επιτυχία στις εξετάσεις απαιτεί ~ || αξιέπαινος | απεγνωσμένος | ευγενικός | ηρωικός | µμάταιος | πολυετής | πεισματικός | συνειδητός! συστηματικός | τιτάνειος/ υπεράνθρωπος ~· ΦΡ. (α) δίνω αγώνα (+για κάτι | +να) καταβάλλω κοπιώδη και επίμονη προσπάθεια για κάτι: η οργάνωση αυτή δίνει αγώνα για την αποφυλάκιση τού πολιτικού κρατουμένου || ο τραυματίας δίνει αγώνα να κρατηθεί στη ζωή (β) δικαστικός αγώνας η δίκη: ο δικηγόρος είχε λάβει μέρος σε πολλούς - (γ) αγωνίστηκα τον αγώνα τον καλό (τον αγώνα τον καλόν ήγώνισµαι, Κ.∆. Β' Τιµόθ. 4, 7) αγωνίστηκα μένοντας πιστός στις αρχές µου, στις ιδέες µου: ο υποψήφιος αυτός αγωνίστηκε τον αγώνα τον καλό, παρότι δεν εξελέγη τελικά 2. κάθε συστηματική, οργανωμένη και συλλογική κινητοποίηση για την επίτευξη στόχου: οι εργαζόμενοι ξεκίνησαν απεργιακό ~|| διμέτωπος | εκλογικός | ιερός | πνευματικός | πολιτικός | ταξικός ~ 3. εχθρική αναμέτρηση μεταξύ αντιπάλων στρατιωτικών δυνάμεων, µάχη: άνισος - || ήταν ένας ~ µέχρι τελικής πτώσεως, που κόστισε και στις δύο πλευρές πολλούς νεκρούς ΣΥΝ. µάχη, σύγκρουση, σύρραξη 4. (συνεκδ.-περιληπτ.) το σύνολο των µαχών, ο πόλεµος: (µε κεφ.) ο Μακεδόνικος ~ 5. Αγώνας (ο) η ελληνική επανάσταση τού 1821: ο Υψηλάντης κήρυξε την έναρξη τού ~ 6. ΑΘΛ. (α) ο οργανωμένος διαγωνισμός μεταξύ αθλητών σε συγκεκριμένο άθλημα: ~ στίβου' ΦΡ. αγώνας δρόµου (ι) ο διαγωνισµός αθλητών στο τρέξιμο (ii) (µτφ.) για ενέργειες που γίνονται πολύ γρήγορα µε σκοπό να προλάβει κανείς κάτι: «σε αγώνα δρόµου από υπουργείο σε υπουργείο επιδόθηκε χθες ο 7ος ανακριτής...» (εφηµ.) (β) η αναμέτρηση αντιπάλων ομάδων, που διεκδικούν τη νίκη στο πλαίσιο οργανωμένου πρωταθλήματος: οι - τής Κυριακής (οι ποδοσφαιρικές συναντήσεις) || ανιαρός/ άτεχνος/ διασυλλογικός φιλικός/ επίσημος ! προκριματικός | προημιτελικός | ημιτελικός | τελικός | ισόπαλος | µμαγνητοσκοπημένος | ζωντανός (σε απευθείας µμετάδοση) | συναρπαστικός ΣΥΝ. µατς, παιχνίδι, μίτινγκ 7. αγώνες (οι) (α) οι οργανωμένες αναμετρήσεις κυρ. μεταξύ αθλητών ή αθλητικών αντιπροσωπιών από πολλούς συλλόγους ή κράτη: παγκόσμιοι | πανευρωπαϊκοί | βαλκανικοί/ πανελλήνιοι (β) (συνεκδ.) οι παραπάνω αναμετρήσεις ως (επίσημη) διοργάνωση: η ανάθεση των Ολυμπιακών Αγώνων τού 2004 στην Αθήνα (γ) (γενικότ.) κάθε είδους οργανωμένοι διαγωνισμοί ή αναμετρήσεις σε οποιοδήποτε πεδίο: μουσικοί! ποιητικοί/ θεατρικοί~ ΣΥΝ. διαγωνισμοί. [ΕΤΥΜ < αρχ. άγων, -ώνος < άγω. Η αρχική σηµ. «συνάθροιση, συγκέντρωση προσώπων» επεκτάθηκε στη συγκέντρωση για τη διεξαγωγή αθλητικών αγωνισμάτων και, γενικότερα, στην άμιλλα και στον ανταγωνισμό. Η νεοελλ. σηµ. είναι ήδη αρχ.]. αγώνας - αγωνία - αγωνίζομαι. Όπως φαίνεται και από την ετυμολογία των λέξεων, που παραθέτουμε στα επιμέρους λήµµατα, ο άγων ξεκινά ως αποτέλεσμα τού άγω, ήτοι ως συγκέντρωση | συνάθροιση θεών, ανθρώπων, πλοίων κ.ά., για να εξελιχθεί ήδη στον Όμηρο σε συγκέντρωση για άμιλλα, για ανταγωνισμό, σε αγώνες µε τη σημερινή σημασία. Έτσι πρώιμα πλάσσεται και ρ. αγωνίζομαι, µε παράγωγα τα αγώνισμα, αγωνιστής και αγωνιστικός Το επόμενο βήμα ήταν να δώσει ο αγών την αγωνία, «τον ανταγωνισμό, τον διαγωνισμό για τη νίκη» (ακόμη και «τη γυμναστική άσκηση»), που λόγω τής ψυχικής έντασης, τής συγκίνησης και τού άγχους που γεννά ο ανταγωνισμός στους αγώνες, σήμανε µμεταφορικά (στον ∆ηµοσθένη πρώτα και τον Αριστοτέλη) την αγωνία, όπως τη χρησιμοποιούμε και σήμερα. Μέσω τής εκκλησιαστικής Λατινικής το αγωνία πέρασε εν συνεχεία στις διάφορες ευρωπαϊκές γλώσσες, λ.χ. αγγλ. agony, γαλλ. agonie, γερµ. Agonie.
Κατηγορία
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
URL
http://5dim-tavrou.att.sch.gr/lexiko_bambinioti.pdf
Σχόλια
Λεξικό Γεωργίου Μπαμπινιώτη
Ορισμός
ανεξαρτησία (η) [1761] {χωρ. πληθ.) 1. η απουσία εξάρτησης, η απόλυτη ελευθερία στη λήψη αποφάσεων και την εκτέλεση ενεργειών: οποιαδήποτε ανάμειξη στα εσωτερικά τής χώρας µας αποτελεί προσβολή τής εθνικής µας ~ || οικονομική | πολιτική ~ ΣΥΝ. το αυτεξούσιο ΑΝΤ. εξάρτηση, υποτέλεια 2. η απουσία κάθε είδους υποχρεώσεων ή συνεκτικών δεσμών προς άλλο πρόσωπο ή κατάσταση: δεν τους άρεσε ο έγγαμος βίος και οι οικογενειακές υποχρεώσεις- ήθελαν και οι δύο την ~ τους και χώρισαν. [ΕΤΥΜ. Μετάφρ. δάνειο από γαλλ. indépendance].
Κατηγορία
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
URL
http://5dim-tavrou.att.sch.gr/lexiko_bambinioti.pdf
Σχόλια
Μπαμπινιώτης Γεώργιος