Μάθημα : ΣΤ ΄τάξη : Η Ιστορία ως Επιστήμη
Κωδικός : 9090079221
Ορισμός
αντίληψη η [andílipsi] Ο33 : 1α.(ψυχ.) σύνθετη λειτουργία με την οποία ο άνθρωπος αποκτά γνώση της πραγματικότητας είτε άμεσα με τις αισθήσεις είτε έμμεσα με παρέμβαση του λογικού: Έλεγχος / όρια της αντίληψης. β. η δυνατότητα του ανθρώπου να καταλαβαίνει: H ~ του χώρου / του χρόνου. Οξεία / περιορισμένη / ταχεία ~. ΦΡ πέφτει / υποπίπτει κτ. στην αντίληψή μου, το αντιλαμβάνομαι. γ. γνώση ενός αντικειμένου: Πήγε επί τόπου για να αποκτήσει άμεση ~ της κατάστασης. 2α. η γνώμη ή η άποψη που έχει κάποιος για κτ.: Εξιστορεί τα γεγονότα αποφεύγοντας να εκφράσει τις προσωπικές του αντιλήψεις. Έχω την ~ ότι / πως, νομίζω ότι. β. (πληθ.) ιδεολογική άποψη: Οι αντιλήψεις κάποιου. Kοινωνικές / πολιτικές / θρησκευτικές αντιλήψεις. Ριζοσπαστικές / συντηρητικές / επαναστατικές αντιλήψεις. Aντιλήψεις για την τέχνη / το γάμο / την κοινωνική εξέλιξη. Σύγχρονες / οπισθοδρομικές / περίεργες αντιλήψεις. 3. (νομ.) βοήθεια, προστασία: Kοινωνική ~. Δημόσια ~, βοήθεια που παρέχεται από το κράτος ή από φιλανθρωπικά ιδρύματα σε άτομα που έχουν ανάγκη. Δικαστική ~, την αναθέτει το δικαστήριο σε κπ. για να ασκεί ορισμένες δικαιοπραξίες που αφορούν άτομα με μειωμένες ικανότητες. [λόγ. < ελνστ. ἀντίληψις (-σις > -ση), αρχ. σημ.: `αντάλλαγμα΄ (1α: & σημδ. γαλλ. perception· 2β: & σημδ. γαλλ. conceptions (πληθ.)· 3: & σημδ. γαλλ. perception με βάση την ελνστ. σημ.: `βοήθεια΄)]
Κατηγορία
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
URL
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
Σχόλια
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
Ορισμός
αποτύπωση η [apotíposi] Ο33 : 1.η ενέργεια του αποτυπώνω. α. H ~ των σχημάτων της σφραγίδας στο κερί / στο χαρτί. || τοπογραφική απεικόνιση του εδάφους ή ακριβής σχεδίαση κτίσματος, υπό κλίμακα: ~ ιστορικών μνημείων / διατηρητέων κτιρίων. || σταμπάρισμα. β. (μτφ.): Στις δημοσκοπήσεις γίνεται ~ των τάσεων της κοινής γνώμης. 2. το αποτέλεσμα του αποτυπώνω, το αποτύπωμα. [λόγ. < ελνστ. ἀποτύπω(σις) `τύπωμα με σφραγίδα΄ -ση]
Κατηγορία
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
URL
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
Σχόλια
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
Ορισμός
αυθεντικός -ή -ό [afθendikós] Ε1 : 1.(σε αντιδιαστολή προς ό,τι αποτελεί απομίμηση άλλου) που προέρχεται πραγματικά από εκείνον στον οποίο τον αποδίδουμε· γνήσιος1β: ~ (πίνακας του) Γκρέκο. Aυθεντικό έγγραφο / χειρόγραφο. Aυθεντικά λαϊκά τραγούδια. 2. που προέρχεται από έγκυρη πηγή, που έχει αναμφισβήτητο κύρος· έγκυρος, αληθινός: Aυθεντικές πληροφορίες / ειδήσεις / μαρτυρίες. [λόγ. < ελνστ. αὐθεντικός]
Κατηγορία
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
URL
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
Σχόλια
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες