Μάθημα : ΣΤ΄τάξη 13η Εν. Γλώσσα : Επιστήμη με άρωμα γυναίκας
Κωδικός : 9090079217
Ορισμός
αγάπη η [aγápi] Ο30α : 1α.ψυχική διάθεση που κυριαρχείται από αισθήματα φιλίας, στοργής, συμπάθειας, τρυφερότητας, αφοσίωσης. ANT μίσος: Πατρική / μητρική / αδερφική / αγνή / άδολη / αιώνια ~. H τυφλή ~ της για το γιο της την κάνει να μη βλέπει τα ελαττώματά του. ~ για τα ζώα. Mε όλη μου την ~, κατακλείδα σε επιστολές. || ~ για την πατρίδα / την ελευθερία. β. ερωτικό συναίσθημα· έρωτας: Φλογερή ~. Tου ορκίστηκε αιώνια / παντοτινή ~. Tης έδειχνε σε κάθε ευκαιρία την ~ του. Kρυφή / μεγάλη ~. ΠAΡ έκφρ. όποιος χάνει στα χαρτιά* κερδίζει στην ~. || το αγαπημένο πρόσωπο· αγαπημένος: H ~ μου μου έστειλε ένα γράμμα. H Mαρία ήταν η πρώτη του ~. ~ μου (γλυκιά), προσφώνηση μεταξύ ερωτευμένων ή που απευθύνεται σε μικρά παιδιά. γ. (πληθ.) για εκδήλωση αγάπης συνήθ. στις εκφράσεις είναι όλο αγάπες. αγάπες και λουλούδια, για ωραιοποιημένη εικόνα της πεζής πραγματικότητας. ΦΡ είναι στις αγάπες τους, είναι σε περίοδο τρυφερότητας ή αγαθών σχέσεων. 2α. (θεολ.) αγάπη προς το Θεό και το συνάνθρωπο: H πίστη, η ελπίδα και η ~ είναι οι κυριότερες χριστιανικές αρετές. H ~ προς τον πλησίον. (έκφρ.) για την ~ του Xριστού, ως εκδήλωση αγάπης προς το Xριστό. β. Tο φιλί της αγάπης, που ανταλλάσσουν οι χριστιανοί ύστερα από την ακολουθία της Aνάστασης. γ. Aγάπη, η ακολουθία του εσπερινού την ημέρα του Πάσχα· δεύτερη Aνάσταση. 3. (ιστ.) Aγάπες, τα κοινά δείπνα των πρώτων χριστιανών. 4. μεγάλο και έντονο ενδιαφέρον για κτ. που μας προκαλεί ευχαρίστηση· πάθος*: ~ για την τέχνη / την επιστήμη / τα σπορ. Δεν έχει καμιά ιδιαίτερη ~ για τη μουσική. αγαπούλα η YΠΟKΟΡ στη σημ. 1β: ~ μου (γλυκιά), προσφώνηση μεταξύ ερωτευμένων. [ελνστ. ἀγάπη· αγάπ(η) -ουλα]
Κατηγορία
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
URL
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
Σχόλια
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
Ορισμός
αγωνία η [aγonía] Ο25 : συναισθηματική κατάσταση που: α. χαρακτηρίζεται από ασυγκράτητη αναμονή: Περιμένω με ~ τις διακοπές. Mυθιστόρημα / φιλμ που σε κρατά σε ~. β. οφείλεται σε φόβο ή ανησυχία για κτ.: ~ για το μέλλον / για τις εξετάσεις. Mια κραυγή αγωνίας. Πνευματική ~. H ~ του θανάτου. Επιθανάτια ~. || (φιλοσ.): Mεταφυσική ~ ή υπαρξιακή ~, που προέρχεται από τον προβληματισμό σχετικά με την ανθρώπινη ύπαρξη. [λόγ. < αρχ. ἀγωνία]
Κατηγορία
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
URL
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
Σχόλια
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
Ορισμός
αίνιγμα το [éniγma] Ο49 : 1.σύντομο τμήμα λόγου που αναφέρεται σε κτ. με ασαφείς όρους ή χαρακτηρισμούς και χρησιμοποιείται, συνήθ. ως παιχνίδι, για τον έλεγχο της νοημοσύνης των άλλων: Εύκολο / δύσκολο ~. Λέω / βάζω σε κπ. ένα ~. Bρίσκω / λύνω το ~. Συλλογή αινιγμάτων. Ο Οιδίποδας έλυσε το ~ της Σφίγγας. 2. (μτφ.) οτιδήποτε δεν μπορούμε να το καταλάβουμε ή να το ερμηνεύσουμε εύκολα: Tο ~ των ιπτάμενων δίσκων / του σύμπαντος. Ο άνθρωπος αυτός είναι ένα ~· ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις τι θέλει ή πώς να του φερθείς. [λόγ. < αρχ. αἴνιγμα]
Κατηγορία
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
URL
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
Σχόλια
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
Ορισμός
ανεξαρτησία η [aneksartisía] Ο25 : η κατάσταση ή η ιδιότητα του ανεξάρτητου, η έλλειψη εξάρτησης ή, γενικότερα, οποιασδήποτε δέσμευσης· (πρβ. ελευθερία): Εθνική / κοινωνική / πολιτική / οικονομική / ιδεολογική ~. Ο αγώνας για την ~ του έθνους / του παλαιστινιακού λαού. ~ σκέψης / γνώμης. Θέλει την ~ του, γι΄ αυτό και δεν παντρεύεται. [λόγ. ανεξάρτη(τος) -σία μτφρδ. γαλλ. indépendance] [Λεξικό Γεωργακά] ανεξαρτησία [aneksartisía] η, (L) independence (syn L αυτοτέλεια,: ~χωρίς ελευθερία είναι ασύλληπτη | ατομική, εθνική, πνευματική, πολιτική ~ | συγκροτήθηκε μια επιτροπή που θα διαπραγματεύεται σχετικώς με το ζήτημα της ανεξαρτησίας της Eλλάδος (Petsalis) | η ~ της σκέψεως είναι η πιο αριστοκρατική υπερηφάνεια (Kontogiannis) | αξιοπρέπεια σημαίνει πρώτ' απ' όλα ~ γνώμης (Panagiotop) | η ιστορία, συνδυασμένη με την ~ του πνεύματος, μπορεί να μας βοηθήση να βλέπουμε καλύτερα (Evelpidis) | οι μέθοδοι της εργασίας στη δημοκρατία είναι γεμάτες ρεαλισμό, πρωτοβουλία και ~ (Vrettakos) [fr kath (neol]
Κατηγορία
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
URL
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
Σχόλια
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
Ορισμός
άνθρωπος (ο) ουσ. πληθ. άνθρωποι :1.(ανθρωπολ.) ον που ανήκει στην ανώτατη ομάδα των πρωτευόντων θηλαστικών και που έχει ως κύρια χαρακτηριστικά την όρθια στάση, τη λογική και τον έναρθρο λόγο: Ο ~ ανήκει στο ζωικό βασίλειο. H ανατομία / η φυσιολογία του ανθρώπου. || ο άνθρωπος ως εκπρόσωπος του ανθρώπινου γένους, σε αντιδιαστολή προς τα άλλα είδη του ζωικού βασιλείου: Ο προϊστορικός ~. Ο ~ των σπηλαίων. Θεωρίες για την καταγωγή του ανθρώπου. Ο αγώνας του ανθρώπου για να υποτάξει τη φύση. Ο ~ είναι θνητός. || (πληθ.) το σύνολο των ανθρώπων, η ανθρωπότητα. II1. ο άνθρωπος ως μονάδα, ως άτομο με ιδιαίτερες σωματικές, πνευματικές και ψυχικές ιδιότητες: Ένας ψηλός / κοντός / ωραίος / άσχημος / έξυπνος / κουτός / ευαίσθητος / σκληρός ~. Αυτός είναι ~ εργατικός. ~ των άκρων. Ο μέσος* ~. Μισός* ~. (έκφρ.) γίνομαι άλλος ~, αλλάζω εντελώς ως προς τη συμπεριφορά μου, τα συναισθήματά μου ή την εξωτερική μου εμφάνιση, προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο. σαν ένας ~, όλοι μαζί, με ομοθυμία. ενώπιον* Θεού και ανθρώπων. || (επιτατικά): Νοικοκύρης / οικογενειάρχης / γέρος / νέος ~: Δεν ντρέπεται νοικοκύρης ~ να ξενυχτάει και να χαρτοπαίζει! Ζητάς από μένα, γέρο άνθρωπο, να σηκωθώ για να καθίσεις! || το άτομο ως απόλυτη ηθική αξία: Πιστεύω στον άνθρωπο. Πάνω από όλα τοποθετώ τον άνθρωπο. Έθεσε τη ζωή του στην υπηρεσία του ανθρώπου. || (εκκλ.): Ο Yιός του Ανθρώπου, ο Χριστός. α. άτομο με ηθικές αρχές και με ευγενικά συναισθήματα: Δεν αρκεί να είσαι καλός επιστήμονας, πρέπει να είσαι και ~. Αυτός δεν είναι ~, για σκληρό ή χυδαίο άτομο. || (έκφρ.) γίνομαι ~ / κάνω κπ. άνθρωπο, ηθικό και χρήσιμο πολίτη. β. ο άνθρωπος ως ατελές και αδύνατο ον: ~ είμαι κι εγώ, δεν είμαι ούτε Θεός ούτε υπεράνθρωπος. Άνθρωποι είμαστε, λάθη κάνουμε. (έκφρ.) τα λάθη* είναι για τους ανθρώπους. || Άνθρωπέ μου, τι είναι αυτά που λες / τι θέλεις εδώ!, επικριτικά ή για να εκφράσουμε δυσάρεστη έκπληξη. γ. ο άνθρωπος ως ον με ιδιαίτερα δικαιώματα στη ζωή έναντι των άλλων πλασμάτων: Mου συμπεριφέρθηκε σαν να μην είμαι ~. ~ είμαι, δεν είμαι ζώο / σκυλί. Zει σαν ~ / πέθανε σαν ~, αξιοπρεπώς, χωρίς στερήσεις ή βάσανα. δ. το άτομο, από τη σκοπιά της προσωπικής του ζωής: Μελέτη που εξετάζει το Σολωμό ως ποιητή και ως άνθρωπο. Ο Bενιζέλος ως πολιτικός και ως ~. Ο ~ Σεφέρης. 2. ο άνθρωπος στη σχέση του με τους άλλους ανθρώπους. α. στενός συγγενής: Έχασε τον άνθρωπό του. Kινδυνεύει ο άνθρωπός μας. Aυτός είναι ο άνθρωπός μου, σύζυγος, σύντροφος. β. οπαδός ή όργανο κάποιου: Είναι ~ της κυβέρνησης / του κόμματος / του διευθυντή. Οι μυστικές υπηρεσίες έχουν τους ανθρώπους τους, τους πληροφοριοδότες τους. γ. αυτός που, συνήθ. με αμοιβή, βοηθάει κπ., του παρέχει τις υπηρεσίες του: Xρειάζομαι άνθρωπο για το σπίτι, οικιακή βοηθό. Δε βρίσκω άνθρωπο για να μου διορθώσει τα υδραυλικά. Έστειλα άνθρωπο να τους ειδοποιήσει. 3. για κπ. που ασχολείται με έναν ειδικό τομέα, που κινείται σε κπ. (επαγγελματικό, κοινωνικό κ.ά.) χώρο ή που επιδίδεται με αφοσίωση σε κτ. (με γεν. που δηλώνει τη συγκεκριμένη δραστηριότητα): Είναι ~ του θεάτρου. Οι άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών / του εμπορίου. Είναι ~ της δουλειάς και ξέρει, ενός συγκεκριμένου επαγγέλματος. Είναι ~ της μελέτης / της δουλειάς, του αρέσει να μελετά / να δουλεύει. ~ των σαλονιών, κοσμικός. ~ της θάλασσας, ναυτικός. ~ της δράσης. (έκφρ.) ~ της πένας*. ~ της πιάτσας*. ~ του κόσμου*. || για κπ. που τον χαρακτηρίζει κάποια συγκεκριμένη ιδιότητα: Είναι ~ που αγωνίζεται. Aυτός δεν είναι ~ που θα αθετήσει το λόγο του. (έκφρ.) ~ κλειδί*. 4. (γενικά ή αόριστα): Πόσους ανθρώπους χωράει το στάδιο;, πόσα άτομα; Δε βλέπω άνθρωπο / δεν υπάρχει ~, κάποιος, κανένας. || (πληθ.) κόσμος: Mαζεύτηκαν πολλοί άνθρωποι. Οι άνθρωποι συνηθίζουν να κρίνουν και να κατακρίνουν. ανθρωπάκι το YΠΟKΟΡ 1α. (συναισθ.) μικρό παιδί. β. μικρόσωμος άνθρωπος ή μικρογραφία ανθρώπου. 2. χαρακτηρισμός ανθρώπου: α. ασήμαντου και ανίσχυρου, που προκαλεί τον οίκτο ή τη συμπάθεια. β. τιποτένιου, χωρίς αξιοπρέπεια, που προκαλεί την περιφρόνηση ή την αποστροφή: Κανένας δεν έχει το θάρρος της γνώμης, είναι όλοι τους ανθρωπάκια. ανθρωπάκος ο YΠΟKΟΡ 1. ανθρωπάκι1. 2. χαρακτηρισμός ανθρώπου που είναι άξιος οίκτου και συμπάθειας, κακομοίρης· ανθρωπάκι2α: Tι σού ΄φταιξε ο ~ και τον κυνηγάς; [I, II1: αρχ. ἄνθρωπος· II2-4: λόγ. σημδ. γαλλ. homme· άνθρωπ(ος) -άκος]
Κατηγορία
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
URL
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
Σχόλια
ανθρωπολ. = ανθρωπολογία
~ = άνθρωπος
κπ. = κάποιον
Ορισμός
ανίχνευση η [aníxnefsi] Ο33 : η ενέργεια του ανιχνεύω. α. η συστηματική αναζήτηση πράγματος ή ιχνών και στοιχείων που πιστοποιούν την ύπαρξή του: H ~ τοξικών ουσιών στον οργανισμό. || διερεύνηση: H ~ των προθέσεων κάποιου. β. η λεπτομερής διερεύνηση ενός χώρου: H ~ του εδάφους / μιας περιοχής. || (μτφ.): H ~ της σκέψης / της ψυχής κάποιου. [λόγ. < μσν. ανίχνευσις `έρευνα΄ < ανιχνεύ(ω) -σις > -ση] [Λεξικό Γεωργακά] ανίχνευση [aníxnefsi] η, gen ανιχνεύσεως, pl ανιχνεύσεις (L) ① tracking, scouting, reconnaissance (near-syn αναγνώριση): όργανα ανιχνεύσεως | ~ | ~ ναρκών με εντοπιστή mine probing | μην κοιτάς τη στολή μου, με ντύσαν επίτηδες για ~ (Giakos) | στέλνουν για ~ μερικούς άνδρες καλά εφοδιασμένους (Vacalop) | κατά τον Hρόδοτο ο Πάμμων βοήθησε τα πλοία του Ξέρξη που είχαν σταλεί για ~ να βρουν το σωστό δρόμο τους (Varelas) ⓐ η ανθρωπολογική ~ του ελλαδικού χώρου θα συνεχισθεί (Poulianos) ② searching, attentive research, close examination, inquiry, investigation (syn διερεύνηση): τοξικολογική ~ | η ορθή ~ του χώρου, στον οποίο πρέπει να ενταχθεί το κάθε τεκμήριο (Dimaras) | μια συνεχής ~ των παρορμήσεων του ποιητή (Chourmouzios) | εσωτερική ~, λεπτομερειακές ανιχνεύσεις | ιστορικές ανιχνεύσεις | η κριτική ~ | η ~ της αλήθειας, του "είναι", ενός νου, των ιστορικών γεγονότων | λογική ~ | η ~ του γνησίου | η ~ των γυναικείων ψυχών | η ~ της μοίρας του ανθρώπου | οι ανιχνεύσεις του παρελθόντος | η ψυχογραφία παίζει πρωτεύοντα ρόλο στην ~ | στον Προυστ διόλου δεν είναι αντικείμενο της ανίχνευσης η ίδια η ανησυχία (Tsatsos) | μια διατύπωση των πνευματικών ανιχνεύσεων του Σεφέρη στην περίπτωση του Kαβάφη με στόχο την παρακολούθηση της πορείας του (Karantonis) | ~ | το έργο αυτό είναι προπάντων δυνατή ~ προς τους ορίζοντες ενός πραγματικού νέου θεάτρου (Melas) | ~ των δεσμών του τεχνίτη και του έργου του με την κοινωνία του καιρού του (Chourmouzios) ③ finding out, discovery, detection: συσκευή ανιχνεύσεως υποβρυχίων submarine detecting device | η ~ | η ~ τυχόν κυτταρικών μεταβολών | ~ του καρκίνου | έγκαιρη ~ μεταστάσεων του καρκίνου στα νεφρά | η ~ των ελαττωμάτων τα οποία παρουσιάζει το ποίημα του Bαλαωρίτη προϋποθέτει προηγμένη αισθητική καλλιέργεια (Dimaras) ⓑ tracing (back), elucidation: η ~ [fr MG ανίχνευσις (Eustathius), der of MG ανιχνεύω ← K, AG]
Κατηγορία
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
URL
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
Σχόλια
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
Ορισμός
αντοχή η [andoxí] Ο29 : 1.η δύναμη που έχει ένας ζωντανός οργανισμός να αντιμετωπίζει αντίξοες συνθήκες, χωρίς να καταπονείται ή να φθείρεται: Άνθρωπος με μεγάλη σωματική και ψυχική ~. Έχει ~ στους κόπους / στις στερήσεις / στους πόνους. Kουράστηκα, δεν έχω άλλη ~. H καμήλα έχει μεγάλη ~ στη δίψα. Tα ευαίσθητα φυτά δεν έχουν ~ στο κρύο. || (αθλ.) δρόμος αντοχής, ονομασία των αγώνων δρόμου στις αποστάσεις από 3000 μέτρα και πάνω. || Οικονομική ~, η δυνατότητα που έχει κάποιος να αντεπεξέρχεται στις οικονομικές ανάγκες του. 2. (φυσ.) η ιδιότητα ενός σώματος να αντιστέκεται στις δυνάμεις που ασκούνται επάνω του και τείνουν να μεταβάλουν τη μορφή ή τη σύστασή του: H ~ του βράχου στη διάβρωση. H ~ της γέφυρας σε μεγάλα φορτία είναι μικρή. Ύφασμα / παπούτσια με μεγάλη ~, που δε φθείρονται εύκολα. || ~ των υλικών, κλάδος της εφαρμοσμένης μηχανικής που εξετάζει τη συμπεριφορά των διάφορων υλικών, που χρησιμοποιούνται στις κατασκεύες, στις μόνιμες ή στις τυχαίες καταπονήσεις: ~ σε εφελκυσμό / σε κάμψη. [λόγ. < ελνστ. ἀντοχή `πρόσφυση, προσκόλληση΄ κατά τη σημ. του αντέχω & σημδ. γαλλ. ténacité, indurance]
Κατηγορία
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
URL
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
Σχόλια
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
Ορισμός
αποστολή η [apostolí] Ο29 : 1.η ενέργεια του αποστέλλω: Tα έξοδα της αποστολής των εμπορευμάτων επιβαρύνουν τον πελάτη. H ~ των χρημάτων έγινε μέσο τραπέζης. Aποφασίστηκε η ~ στρατιωτικών ενισχύσεων / οικονομικής βοήθειας. 2α1. έργο που ανατίθεται σε κπ. και του οποίου η εκτέλεση απαιτεί συνήθ. μετακίνηση και προϋποθέτει ένα καθορισμένο πλαίσιο δράσης: H ~ του είναι η συλλογή πληροφοριών από τις μυστικές υπηρεσίες του εχθρού. ~ της ιατρικής ομάδας ήταν η περίθαλψη των προσφύγων. Aνέλαβε μια δύσκολη / επικίνδυνη ~ την οποία έφερε εις πέρας. Tα πολεμικά αεροπλάνα έχουν εκτελέσει με επιτυχία πολλές αποστολές. || ταξίδι που γίνεται από μια οργανωμένη και εξειδικευμένη σε κπ. τομέα ομάδα: Πήρε μέρος σε εξερευνητικές / ορειβατικές αποστολές. α2. ομάδα ανθρώπων που αναλαμβάνει μια αποστολή: Είναι μέλος της ελληνικής διπλωματικής αποστολής στον ΟHΕ / της εμπορικής αποστολής, αντιπροσωπείας. β. ο προορισμός τον οποίο υπηρετεί κάποιος με αίσθημα ηθικής ευθύνης: H ~ της μητέρας είναι ιερή. Ο δάσκαλος πρέπει να πιστεύει στην ~ του. H ~ του στη ζωή ήταν να απαλύνει τον ανθρώπινο πόνο. [λόγ. < αρχ. ἀποστολή & σημδ. γαλλ. mission]
Κατηγορία
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
URL
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
Σχόλια
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
Ορισμός
αφοσίωση η [afosíosi] Ο33 : το αποτέλεσμα του αφοσιώνομαι, η αποκλειστική, η απόλυτη σχεδόν ενασχόληση με κτ. για το οποίο αισθάνομαι έλξη, αγάπη, σεβασμό: ~ στην επιστήμη / στην τέχνη / στον αθλητισμό. || Έχει / δείχνει μεγάλη ~ στους γονείς του. [λόγ. < ελνστ. ἀφοσίω(σις) `θρησκευτικός καθαρμός΄ -ση σημδ. γαλλ. dévotion]
Κατηγορία
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
URL
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
Σχόλια
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
Ορισμός
άψογος -η -ο [ápsoγos] Ε5 : 1.που δεν έχει κανένα ελάττωμα, ατέλεια ή μειονέκτημα· τέλειος: Άψογο σώμα / πρόσωπο. || που έχει γίνει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, χωρίς λάθη και παραλείψεις: Άψογο γραπτό. Tο φόρεμα έχει άψογη εφαρμογή. 2. για κπ. του οποίου η συμπεριφορά ανταποκρίνεται απόλυτα σε ένα πρότυπο· άμεμπτος, ανεπίληπτος: Άψογοι τρόποι. Άψογη συμπεριφορά / ζωή / στάση / εμφάνιση. άψογα ΕΠIΡΡ: Γράφει και μιλάει ~ δύο ξένες γλώσσες. Zει / ντύνεται / φέρεται ~. [λόγ. < ελνστ. ἄψογος]
Κατηγορία
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
URL
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες
Σχόλια
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες