Πολιτικές διεργασίες που οδήγησαν στην επανάσταση του Θέρισου
Η παράταση του καθεστώτος της αρμοστείας, κατά την οποία το νησί τελούσε υπό την εξουσία του εντολοδόχου των Μεγάλων Δυνάμεων [δηλαδή του πρίγκηπα Γεωργίου] με τη συνδρομή διεθνών στρατευμάτων, συντηρούσε μια ερμαφρόδιτη κατάσταση, που ενέτεινε το αδιέξοδο. Αντίθετα, η απεμπλοκή από την άμεση διεθνή κηδεμονία, με την πλήρη εφαρμογή των θεσμών της αυτοτελούς συνταγματικής ηγεμονίας, την ολοκλήρωση της αυτοδιοίκησης και τη συγκρότηση της συνταγματικά προβλεπόμενης πολιτοφυλακής, θα επέτρεπε την εγκαθίδρυση ενός λειτουργικού κοινοβουλευτικού πολιτεύματος ενώ παράλληλα θα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις μιας πλέον ευέλικτης πολιτικής στο διεθνές σκηνικό. Η γραμμή αυτή, όμως, βρισκόταν σε ευθεία αντιπαράθεση με την πολιτική του Γεωργίου, για μια σειρά από σημαντικούς λόγους. Ο Ύπατος Αρμοστής, κατά πρώτον, δεν επιθυμούσε το συνταγματικό περιορισμό των εξουσιών του, που αναπόφευκτα θα προέκυπτε από μια τέτοια εξέλιξη· κατά δεύτερον, δεν επιθυμούσε να κατηγορηθεί ότι, υιοθετώντας την πολιτική αυτή, επιδίωκε εμμέσως να εξασφαλίσει για τον εαυτό του την εγκαθίδρυση ενός ισόβιου ηγεμονικού θρόνου· κατά τρίτον, θεωρούσε το χειρισμό της διεθνούς πτυχής του κρητικού ζητήματος προνομιακό χώρο της δυναστείας - που στην Κρήτη αντιπροσωπευόταν από τον ίδιο [...]· τέλος, υποστήριζε ότι δεν έπρεπε να δοθεί στις Μεγάλες Δυνάμεις το επιχείρημα ότι υπάρχει μερίδα των Κρητών που δέχεται πράγματι τη λύση της αυτόνομης πολιτείας, πιστεύοντας ότι με τον τρόπο αυτό θα ήταν δυνατόν να εκβιασθεί η συγκατάνευσή τους στο αίτημα της Ένωσης.
[...] Ο Βενιζέλος αποτέλεσε τον πόλο, πέριξ του οποίου συσπειρώθηκε βαθμιαία η «Ηνωμένη εν Κρήτη Αντιπολίτευσις», η οποία στις 26 Φεβρουραίου 1905 διατύπωσε με σαφήνεια την πολιτική της πλατφόρμα [βλέπε πηγή 2]. [...] Δύο εβδομάδες αργότερα (10 Μαρτίου) η τριανδρία των Ελευθέριου Βενιζέλου, Κωνσταντίνου Φούμη και Κωνσταντίνου Μάνου ύψωνε στο Θέρισο της ορεινής Κυδωνίας την ελληνική σημαία, σηματοδοτώντας την έναρξη άλλης μιας επανάστασης των χριστιανών της Κρήτης, της οποίας όμως αυτή τη φορά οι κύριοι αντίπαλοι δεν ήταν μουσουλμάνοι.
Λ. Καλλιβρετάκης, «Κρήτη 1871-1913, το τέλος της οθωμανικής κυριαρχίας»,
Ιστορία του νέου ελληνισμού, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003, τόμ. 5ος, σ. 338-340.
0