Αναρτήσεις

Εικόνα Προφίλ:ΒΑΡΛΑΜΗ ΕΛΕΝΗ
5 έτη πριν
Ζωγραφική των σπηλαίων (παλαιολιθική εποχή):

1. Η πρώτη μορφή ζωγραφικής που εμφανίστηκε στον πλανήτη (κυρίως στην Ευρασία)
2. Με την απλότητα των σχεδίων και τη χρήση λίθων για την δημιουργία μπογιάς ξεχωρίζει απ' τα μεταγενέστερα είδη ζωγραφικής
3. Το γεγονός ότι οι ζωγραφιές αυτές είτε σκαλίζονταν είτε σχεδιάζονταν στα πετρώματα των σπηλαίων αποτελεί μοναδικό χαρακτηριστικό αυτής της τέχνης
Ο Vincent Willem van Gogh (30 Μαρτίου 1853 - 29 Ιουλίου 1890) ήταν ολλανδός μετα-ιμπρεσιονιστής ζωγράφος που μεταθανάτια έγινε μια από τις πιο διάσημες και επιδραστικές προσωπικότητες στην ιστορία της δυτικής τέχνης . Σε μια δεκαετία, δημιούργησε περίπου 2100 έργα τέχνης, συμπεριλαμβανομένων περίπου 860 ελαιογραφιών , τα περισσότερα από τα οποία χρονολογούνται από τα δύο τελευταία χρόνια της ζωής του. Περιλαμβάνουν τοπία , νεκρές φύσεις , πορτρέτα και αυτοπροσωπογραφίες , και χαρακτηρίζονται από έντονα χρώματα και δραματικά, παρορμητικά και εκφραστικά πινέλο που συνέβαλε στα θεμέλια της σύγχρονης τέχνης . Δεν ήταν εμπορικά επιτυχημένος και η αυτοκτονία του στα 37 ήρθε μετά από χρόνια ψυχικής ασθένειας, κατάθλιψης και φτώχειας.

Καποια απο τα πιο σημαντικα του εργα ειναι :

Η Έναστρη Νύχτα

Οι Πατατοφάγοι

Το Κίτρινο Σπιτι

Η βεράντα Καφενείου Τη Νύχτα

Ίριδες

Τα Ηλιοτρόπια κ.α
Ο Claude Oscar Monet (14 Νοεμβρίου 1840 - 5 Δεκεμβρίου 1926) ήταν Γάλλος ζωγράφος και ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του κινήματος του ιμπρεσιονισμού. Κάποια από τα πιο σημαντικά του έργα είναι :

1) Μια γωνιά του ατελιέ, 1861, Παρίσι, Μουσείο Ορσέ
2) Η λιμνούλα με τα νούφαρα, πράσινη αρμονία, 1898, Παρίσι, Μουσείο Ορσέ
3) Impression, soleil levant (Εντύπωση, ανατολή του ήλιου) 1872, Παρίσι, Musée Marmottan
4) Χωράφι με παπαρούνες, 1873, Παρίσι, Μουσείο Ορσέ
Το 1899 σε ηλικία 36 ετών ο Καβάφης δημοσιεύει «Το Πρώτο Σκαλί», η σύνθεση του οποίου είχε γίνει σε πρώτη μορφή 4 χρόνια πριν. Ο ποιητής καταγράφει εδώ τόσο την ανησυχία του σχετικά με το λιγοστό της ποιητικής του παραγωγής όσο και την πεποίθησή του πως η αξία της Ποιητικής Τέχνης είναι σημαντικότατη.
Ο Καβάφης δημιουργεί έναν πλαστό διάλογο ανάμεσα στον φτασμένο ποιητή Θεόκριτο και στον νεαρό ποιητή Ευμένη, ο οποίος βέβαια δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο.

Στίχοι του ποιήματος:

Εις τον Θεόκριτο παραπονιούνταν
μιά μέρα ο νέος ποιητής Ευμένης·
«Τώρα δυό χρόνια πέρασαν που γράφω
κ' ένα ειδύλιο έκαμα μονάχα.
Το μόνον άρτιόν μου έργον είναι.
Αλλοίμονον, είν' υψηλή το βλέπω,
πολύ υψηλή της Ποιήσεως η σκάλα·
και απ' το σκαλί το πρώτο εδώ που είμαι
ποτέ δεν θ' αναιβώ ο δυστυχισμένος».
Ειπ' ο Θεόκριτος· «Αυτά τα λόγια
ανάρμοστα και βλασφημίες είναι.
Κι αν είσαι στο σκαλί το πρώτο, πρέπει
νάσαι υπερήφανος κ' ευτυχισμένος.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι·
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.
Κι αυτό ακόμη το σκαλί το πρώτο
πολύ από τον κοινό τον κόσμο απέχει.
Εις το σκαλί για να πατήσεις τούτο
πρέπει με το δικαίωμά σου νάσαι
πολίτης εις των ιδεών την πόλι.
Και δύσκολο στην πόλι εκείνην είναι
και σπάνιο να σε πολιτογραφήσουν.
Στην αγορά της βρίσκεις Νομοθέτας
που δεν γελά κανένας τυχοδιώκτης.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι·
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα».
Στο ποίημα του Καβάφη, Θερμοπύλες, μπορούμε να διακρίνουμε πολλά ιστορικά στοιχεία, ταυτόχρονα όμως το ποίημα δεν παύει να είναι και χρονολογικά επίκαιρο. Αρχικά ο Καβάφης αξιοποιώντας το ιστορικό γεγονός της μάχης των Θερμοπυλών, συνθέτει ένα ποίημα για να επαινέσει όσους θέτουν στη ζωή τους «Θερμοπύλες», όσους θέτουν δηλαδή κάποιο σημαντικό για εκείνους σκοπό και τον υπερασπίζονται μέχρι τέλους. Επιπλέον ένα από τα πιο όμορφα χαρακτηριστικά του ποιήματος είναι πως ο ποιητής δεν προσδιορίζει τι ακριβώς είναι οι Θερμοπύλες, αφήνοντας έτσι στον αναγνώστη την ελευθερία να φανταστεί, ποιος σκοπός αξίζει να είναι τόσο σημαντικός.



Τιμή σ' εκείνους όπου στην ζωή των
ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.
Ποτέ από το χρέος μη κινούντες·
δίκαιοι κ' ίσοι σ' όλες των τες πράξεις,
αλλά με λύπη κιόλας κ' ευσπλαχνία·
γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν
είναι πτωχοί, πάλ' εις μικρόν γενναίοι,
πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε·
πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες,
πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους.


Και περισσότερη τιμή τους πρέπει
όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)
πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος,
κ' οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης
Εικόνα Προφίλ:ΒΕΝΤΟΥΛΗ ΜΑΡΙΑ
5 έτη πριν
Το συγκεκριμένο ποίημα γράφτηκε κατά την περίοδο του 1818-1823 από τον Διονύσιο Σολωμό. Η “Ξανθούλα” είναι ποίημα με λυρικό περιεχόμενο. Θέμα του είναι η περιγραφή των συναισθημάτων που δημιουργούνται από την αναχώρηση ενός αγαπημένου προσώπου, της Ξανθούλας, για την ξενιτιά. Ο ποιητής αφηγείται την αναχώρηση της Ξανθούλας για την ξενιτιά, που πραγματοποιήθηκε αργά το προηγούμενο βράδυ. Η Ξανθούλα επιβιβάστηκε σ’ ένα καράβι με κάτασπρα πανιά και αποχαιρετούσε τους φίλους της μ’ ένα μαντίλι που κρατούσε στο χέρι. Σε λίγο το μαντίλι, τα πανιά και η μορφή της Ξανθούλας χάθηκαν, καθώς η βάρκα απομακρυνόταν ολοένα και πιο πολύ από το λιμάνι. Τότε όλοι οι φίλοι της, και μαζί μ’ αυτούς κι ο ποιητής, δάκρυσαν.
Υπάρχουν συγκρουόμενες πληροφορίες για το ποιος μελοποίησε το συγκεκριμένο τραγούδι φέρνοντας στο παρασκήνιο δύο ονόματα τον Νικόλαο Μάντζαρο (1795-1872) και τον Παύλο Καρρέρ (1829 – 1896).
Ανήκει στην παραδοσιακή ποίηση και αυτό το καταλαβαίνουμε από τον έμμετρο στίχο, την ομοιοκαταληξία, ποιητικό λεξιλόγιο, κανονική χρήση σηµείων στίξης, διατήρηση του νοήματος των λέξεων και την λογική ανάπτυξη και παρουσίαση του θέματος

Στίχοι:

Την είδα την Ξανθούλα,
Την είδα ψες αργά,
Που εμπήκε στη βαρκούλα
Να πάη στην ξενιτιά.

Εφούσκωνε τ’ αέρι
Λευκότατα πανιά,
Ωσάν το περιστέρι
Που απλώνει τα φτερά.

Εστέκονταν οι φίλοι
Με λύπη, με χαρά,
Και αυτή με το μαντίλι
Τους αποχαιρετά.

Και το χαιρετισμό της
Εστάθηκα να ιδώ,
Ώς που η πολλή μακρότης
Μου το ’κρυψε και αυτό.

Σ’ ολίγο, σ’ ολιγάκι
Δεν ήξερα να πω
Αν έβλεπα πανάκι
Ή του πελάγου αφρό·

Και αφού πανί, μαντίλι
Εχάθη στο νερό,
Εδάκρυσαν οι φίλοι,
Εδάκρυσα κι εγώ.

Δεν κλαίγω τη βαρκούλα,
Δεν κλαίγω τα πανιά,
Μόν’ κλαίγω την Ξανθούλα,
Που πάει στη ξενιτιά.

Δεν κλαίγω τη βαρκούλα
Με τα λευκά πανιά,
Μόν’ κλαίγω την Ξανθούλα
Με τα ξανθά μαλλιά.
Το τραγούδι προέρχεται από τη Buena Vista Social Club που ήταν χορευτική και μουσική λέσχη στην Αβάνα της Κούβας, όπου τη δεκαετία του 1940 αποτελούσε δημοφιλές μέρος συνάντησης για μουσικούς. Το συγκεκριμένο τραγούδι είναι Σον μουσική η οποία είναι κουβανέζικης καταγωγής. Γράφτηκε το 1984 από τον Compay Segundo ο οποίος είπε πως ονειρεύτηκε την αρχική μελωδία με την οποία ξεκινάει το τραγούδι και μετά έγραψε τους στίχους που είναι εμπνευσμένοι από ένα παιδικό παραμύθι. Αυτά είναι τα περήφημα λόγια του : One day I woke up hearing those four sensitive notes, I gave them a lyric inspired by a children's tale from my childhood, Juanica y Chan Chan, and you see, now it's sung everywhere.

Στίχοι:

De Alto Cedro voy para Marcané
Llego a Cueto, voy para Mayarí
De Alto Cedro voy para Marcané
Llego a Cueto, voy para Mayarí
De Alto Cedro voy para Marcané
Llego a Cueto, voy para Mayarí
El cariño que te tengo
No te lo puedo negar
Se me sale la babita
Yo no lo puedo evitar
Cuando Juanica y Chan Chan
En el mar cernían arena
Como sacudía el jibe
A Chan Chan le daba pena
Limpia el camino de pajas
Que yo me quiero sentar
En aquel tronco que veo
Y así no puedo llegar
De alto Cedro voy para Marcané
Llego a Cueto, voy para Mayarí
De alto Cedro voy para Marcané
Llego a Cueto, voy para Mayarí
De alto Cedro voy para Marcané
Llego a Cueto, voy para Mayarí
De alto Cedro voy para Marcané
Llego a Cueto, voy para Mayarí
De alto Cedro voy para Marcané
Llego a Cueto, voy para Mayarí
De alto Cedro voy para Marcané
Llego a Cueto, voy para Mayarí
Όργανα της ελληνικής παραδοσιακής μουσικής
παραδοσιακή ποίηση
Λήθη, Λορέντζος Μαβίλης
Καλότυχοι οἱ νεκροὶ ποὺ λησμονᾶνε
τὴν πίκρια τῆς ζωῆς. Ὅντας βυθίσει
ὁ ἥλιος καὶ τὸ σούρουπο ἀκλουθήσει,
μὴν τοὺς κλαῖς, ὁ καημός σου ὅσος καὶ νἆναι.

Τέτοιαν ὥρα οἱ ψυχὲς διψοῦν καὶ πᾶνε
στῆς λησμονιᾶς τὴν κρουσταλλένια βρύση·
μὰ βοῦρκος τὸ νεράκι θὰ μαυρίσει,
ἂ στάξει γι᾿ αὐτὲς δάκρυ ὅθε ἀγαπᾶνε.

Κι ἂν πιοῦν θολὸ νερὸ ξαναθυμοῦνται.
Διαβαίνοντας λιβάδια ἀπὸ ἀσφοδύλι,
πόνους παλιούς, ποὺ μέσα τους κοιμοῦνται.

Ἂ δὲ μπορεῖς παρὰ νὰ κλαῖς τὸ δείλι,
τοὺς ζωντανοὺς τὰ μάτια σου ἂς θρηνήσουν:
Θέλουν μὰ δὲ βολεῖ νὰ λησμονήσουν.


νεωτερική ποίηση

Τα δώρα, Μίλτος Σαχτούρης

Σήμερα φόρεσα ένα
ζεστό κόκκινο αίμα
σήμερα οι άνθρωποι μ' αγαπούν
μια γυναίκα μού χαμογέλασε
ένα κορίτσι μού χάρισε ένα κοχύλι
ένα παιδί μού χάρισε ένα σφυρί

Σήμερα γονατίζω στο πεζοδρόμιο
καρφώνω πάνω στις πλάκες
τα γυμνά άσπρα ποδάρια των περαστικών
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κανείς δεν τρομάζει
όλοι μείναν στις θέσεις που πρόφτασα
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κοιτάζουν τις ουράνιες ρεκλάμες
και μια ζητιάνα που πουλάει τσουρέκια
στον ουρανό

Δυο άνθρωποι ψιθυρίζουν
τι κάνει την καρδιά μας καρφώνει;
ναι την καρδιά μας καρφώνει
ώστε λοιπόν είναι ποιητής
Early Michelangelo.
Με τον όρο Αναγεννησιακή τέχνη αναφερόμαστε στην καλλιτεχνική παραγωγή κατά την ιστορική περίοδο της Αναγέννησης. Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της ήταν η ανανέωση των θεμάτων και της αισθητικής στην Ευρώπη. Η καλλιτεχνική παραγωγή την περίοδο αυτή είναι δύσκολο να οριοθετηθεί χρονικά, ωστόσο θεωρούμε πως ξεκίνησε στην Ιταλία τον 15ο αιώνα και διαδόθηκε στην υπόλοιπη Ευρώπη, με διαφορετικούς όμως ρυθμούς και σε διαφορετικό βαθμό ανάλογα με την γεωγραφική περιοχή. Τον 16ο αιώνα έφθασε σε πολλές χώρες στο απόγειό της.

Η Αναγεννησιακή τέχνη δεν χαρακτηρίστηκε από μια επιστροφή στο παρελθόν, αντίθετα, οι νέες τεχνικές σε συνδυασμό με το νέο πολιτικό, κοινωνικό και επιστημονικό πλαίσιο που διαμορφώθηκε εκείνη την εποχή, επέτρεψαν στους καλλιτέχνες να καινοτομήσουν. Επιπλέον, για πρώτη φορά, η τέχνη έγινε ιδιωτική, με την έννοια πως δεν διαμορφωνόταν από τη θρησκευτική ή πολιτική εξουσία, αλλά αποτελούσε προϊόν αποκλειστικά των ίδιων των καλλιτεχνών.

περισσότερα