Μάθημα : ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Β΄ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ

Κωδικός : G543193

G543193 - ΑΣΤΕΡΙΟΣ ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Ενότητες μαθήματος

ΔΙΔΩ ΣΩΤΗΡΙΟΥ: "ΟΤΑΝ ΠΡΩΤΟΚΑΤΕΒΗΚΑ ΣΤΗ ΣΜΥΡΝΗ"

Αγ.Φωτεινή,Σμύρνη

Πολυμέσα
ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΧΩΜΑΤΑ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ 3 απόσπασμα

Εδώ μπορείτε να παρακολουθήσετε ένα απόσπασμα από την τηλεοπτική μεταφορά του μυθιστορήματος της Δ. Σωτηρίου, στο οποίο διαδραδραματιζονται και τα περιστατικά που περιλαμβάνονται στο αντίστοιχο σχολικό απόσπασμα.

17/03/2026

 ΕΡΓΑΣΙΑ: Αφού παρακαλουθήσετε το ολιγόλεπτο απόσπασμα από την τηλεοπτική σειρά εντοπίστε ομοιότητες και διαφορές ανάμεσα στο λογοτεχνικό απόσπασμα και στην τηλεοπτική του μεταφορά , εστιάζοντας στη σκηνή της συνάντησης του πρωταγωνιστή με τον εργοδότη του και στην περιήγησή του στην πόλη της Σμύρνης. Τι επιλέγει να κρατήσει ο σκηνοθέτης από το κείμενο και ποιά στοιχεία προσθέτει;

Εδώ μπορείτε να δείτε ορισμένα στιγμιότυπα από την ζωή στη Σμύρνη λίγα χρόνια πριν από την καταστροφή το 1922.

 

 

Ασκήσεις

17/03/2026

Αφού μελετήσετε τις σημειώσεις που ακολουθούν μπορείτε να απαντήσετε στις  ερωτήσεις του μαθήματος.

 

 

Δείτε ένα  μικρό video για την καταστροφή της Σμύρνης . Η καταστροφή της Σμύρνης

 

Εισαγωγικές επισημάνσεις

     Το συγκεκριμένο απόσπασμα από το μυθιστόρημα τα Ματωμένα Χώματα δεν συνδέεται με την περιπέτεια του μικρασιατικού ελληνισμού, που αποτελεί το θεματικό κέντρο του έργου. Η συγγραφέας τοποθετεί την αυτοβιογραφική αφήγηση του μικρού ήρωά της στα 1910 και συνδέει την εξιστόρησή του με δυο σημαντικά βιώματα της παιδικής του ηλικίας: την πρώτη επαφή με την κοσμοπολίτικη Σμύρνη, που εντυπωσιάζει το μικρό χωριατόπουλο και την πρώιμη απεξάρτησή του από την οικογένεια, η οποία σύμφωνα με τα δεδομένα της εποχής, επιβαλλόταν στα αγόρια των χαμηλών κοινωνικών τάξεων, γύρω στην ηλικία των δώδεκα χρόνων.

     Η πορεία του αγοριού προς στην ενηλικίωση περνά μέσα από τη βιοπάλη, έτσι ουσιαστικά στο απόσπασμα παρακολουθούμε την ενηλικίωση του αφηγητή, η οποία συνοδεύεται από υψηλό αίσθημα αυτοεκτίμησης. Μέσα από την αφήγηση της προσωπικής και οικογενειακής ιστορίας του ήρωα πληροφορούμαστε την περιπέτεια, τις κατακτήσεις και τις τραγωδίες του μικρασιατικού ελληνισμού κατά τη μακρά ιστορική διαδρομή του στην περιοχή, στοιχεία βέβαια που ξεδιπλώνονται σε όλο το έργο και δεν αναδεικνύονται στο ανθολογούμενο απόσπασμα. Τα πρόσωπα του αποσπάσματος είναι ο πρωταγωνιστής ο δεκαεξάχρονος Μανόλης, που ξεκινά ολομόναχος μια νέα ζωή στην κοσμοπολίτικη Σμύρνη εξαναγκασμένος από τον πατέρα του, για να διδαχτεί την τέχνη του εμπορίου. Σε δεύτερο πλάνο εμφανίζονται ο αυστηρός πατέρας του που του ασκούσε απόλυτη εξουσία, η υποταγμένη στις θελήσεις του άντρα της και στοργική μητέρα του Μανόλη, ο Πυθαγόρας Λάριος, ο προικισμένος δάσκαλος, που του ενέπνευσε φιλομάθεια και φιλοπεριέργεια, ο Χρίστος, ο λαϊκός οργανοπαίχτης, που κέντριζε την φαντασία του και ο αυτοδημιούργητος έμπορος Χατζησταυρής, που του δίνει την πρώτη ευκαιρία να χτίσει το μέλλον του

 

Θέμα

Η πρώτη επίσκεψη του κεντρικού ήρωα Μανόλη Αξιώτη στη Σμύρνη, το κέντρο του μικρασιατικού ελληνισμού, το 1910. Στη μεγάλη πολιτεία βρίσκει εργασία κοντά σ’ ένα σταφιδέμπορο και με αυτό τον τρόπο ανεξαρτητοποιείται από την οικογένειά του.

ΑΝΤΙΘΕΤΙΚΟΙ  ΑΞΟΝΕΣ: εξάρτηση – ανεξαρτησία, παιδική ηλικία – ενηλικίωση, πόλη – χωριό

 

Δομή

Το απόσπασμα χωρίζεται στις εξής πέντε ενότητες:

  1. «Σεπτέμβρης ήταν του 1910…κι αν με προσέχουν οι περαστικοί» ► πρώτη γνωριμία με τη Σμύρνη.
  2. «Μόλις βγήκα στην προκυμαία … ν΄ ακούσω την καρδιά της», ► εντυπώσεις από τον περίπατο στην προκυμαία.
  3. «Οι άνθρωποι στη Σμύρνη … και συνεχίζω έπειτα το σουλάτσο» ► περιήγηση στο Φραγκομαχαλά και στην αγορά, προσκύνημα στην Αγία Φωτεινή.
  4. «Τόνε βρήκα στον κυρ φατόρο ... και τα ξαναλέμε για την πλερωμή», ► Συνάντηση και συμφωνία στο μαγαζί του Χατζησταυρή.
  5. «Όταν βγήκα έξω ... δίχως να τρώω ξύλο...», ► εντυπώσεις από την κοσμοπολίτικη νυχτερινή Σμύρνη

 

Πρώτη ενότητα

       Στην πρώτη ενότητα «ακούμε» την προσωπική μαρτυρία του Μανόλη Αξιώτη, που βρέθηκε για πρώτη φορά έφηβος στη Σμύρνη του 1910. Η εξομολόγησή του έχει αυτοβιογραφικό χαρακτήρα. Η αφήγηση ζωντανεύει εμπειρίες και βιώματα του ήρωα από την εφηβική του ηλικία, που την ανακαλεί τώρα στη μνήμη του και τη διηγείται όντας πια ενήλικος. Οι εντυπώσεις του έχουν πια κατασταλάξει, οι προσδοκίες του έχουν επαληθευτεί ή όχι, και πάντως ο ήρωας έχει πια την εμπειρία και τη γνώση να δει πώς η πρώτη γνωριμία με την κοσμοπολίτικη και ανεξερεύνητη Σμύρνη χάραξε την κατοπινή διαδρομή του. Γι΄αυτό η αφήγησή του έχει μεν το άρωμα και τη γεύση της εφηβείας, αλλά εμπλουτίζεται με σχόλια και παρατηρήσεις του ώριμου αφηγητή. Στη Σμύρνη φτάνει μια φθινοπωρινή μέρα, χωρίς να έχει απομακρυνθεί ξανά από το σπίτι του, χωρίς να γνωρίζει κανέναν, χωρίς την προστασία της οικογένειας, μόνο μ’ έναν τρίχινο σάκο που τού ‘δωσε η μάνα του με τα στοιχειώδη, μια συστατική επιστολή και μια διεύθυνση του σταφιδέμπορα που ίσως τον έπαιρνε στη δουλειά. Όπως είναι φυσικό, το φτωχόπαιδο («με τα πρώτα παπούτσια που φόραγα ποτέ στη ζωή μου να με στενεύουνε») από τον Κιρκιντζέ νιώθει «σαν το ξεριζωμένο δεντρί». Ανάμεικτα συναισθήματα τον πλημμυρίζουν καθώς με την επίσημη αστική φορεσιά του βαδίζει στα άγνωστα σοκάκια της απέραντης πολιτείας. Φόβος, δειλία, ανασφάλεια («κάθε τόσο έσκυβα και καθάριζα με το χέρι τα παπούτσια μου») αλλά και υπερηφάνεια τον διακατέχουν καθώς αναλαμβάνει πρώτη φορά την ευθύνη του εαυτού του («ήμουνα περήφανος με το νέο σουλούπι μου»). Η φράγκικη φορεσιά του μικρού χωριατόπουλου, που προέρχεται από αγροτική οικογένεια, εκφράζει την ανάγκη του να ταιριάξει στα ήθη της κοσμοπολίτικης πολιτείας αλλά και την αγωνία και την ανασφάλειά του μήπως και κάτι πάνω του πρόδιδε την ταπεινή κοινωνική καταγωγή του («έριχνα κλεφτές ματιές να δω πού βρίσκομαι και αν με προσέχουν οι περαστικοί»).

Δεύτερη ενότητα

      Πατώντας στην προκυμαία κάθε αρνητικό συναίσθημα υποχωρεί, καθώς τού αποκαλύπτεται η πανοραμική άποψη της Πολιτείας και τον αιχμαλωτίζει. Κάθε τι εξάπτει την περιέργειά του, του προκαλεί έκπληξη και θαυμασμό. Κάθε εμπειρία του παιδιού στην πόλη παρουσιάζεται με φανταχτερά χρώματα, αλλά και ρεαλισμό, επενδυμένη με ευχάριστα, πρωτόγνωρα συναισθήματα, «Μόλις βγήκα στην προκυμαία τα ξέχασα όλα…Ήρθαν οι εντυπώσεις και με πήραν απαλά…έμεινα εκεί εντυπωσιασμένος». Με ένα απλωμένο ασύνδετο σχήμα η συγγραφέας αποδίδει τη λαχτάρα του ήρωα να ρουφήξει κάθε εικόνα και να ακούσει κάθε ήχο της πολύβουης πολιτείας, ενώ η περιγραφή ακολουθεί το βλέμμα του από το λιμάνι προς την πόλη. Μαγεύεται από τη Σμύρνη 1900 θάλασσα, τα βαποράκια, τα μαρμαρένια σπίτια, τις καρότσες, τα τραμ και το θορυβώδες πλήθος, που πλημμυρίζει τους δρόμους, τα καφενεία και τις λέσχες. Ο μικρός ήρωας παρατηρεί ότι καμιά ανησυχία δεν ταράζει αυτόν τον κόσμο, που κινείται ζωηρά και ανέμελα μετέχοντας σε μια ατμόσφαιρα πανηγυρική. Ενώ δίνονται στοιχεία του καθημερινού μόχθου των ανθρώπων, τα βαποράκια που σκίζουν το νερό, η φόρτωση και εκφόρτωση των εμπορευμάτων, οι καρότσες και τα τραμ, το σκηνικό θυμίζει γιορτή, αφενός γιατί αντανακλά τα ευχάριστα συναισθήματα του παιδιού και αφετέρου, για να υποβάλει στον αναγνώστη την αίσθηση της ευζωίας και της αφθονίας της Σμύρνης. Ο Μανόλης μένει έκθαμβος από το πρωτόγνωρο θέαμα (τα κύματα ανεβοκατεβαίνουν, μύδια, εκατομμύρια μύδια ήταν σφηνωμένα, οι σκάλες...) και τις μεθυστικές μυρωδιές (ανασημιά που μοσχοβόλαγε θαλασσινά), που αναπαριστά η συγγραφέας με γλαφυρές κινητικές, ακουστικές, οσφρητικές και οπτικές εικόνες. Συνεπαρμένος από τα θέλγητρα της πόλης θυμάται τις διηγήσεις για τη Σμύρνη, που ερέθιζαν τη φαντασία του, όταν ήταν ακόμη στο χωριό του, τις «καθαρές» και «στρωτές» ιστορίες του δασκάλου του και τα «ζωηρά» τραγούδια του Χρίστου του οργανοπαίχτη, που εξυμνούσαν μια Σμύρνη μαγική. Οι αναμνήσεις αυτές επιβεβαιώνουν ότι ο Μανόλης υλοποιεί ένα παιδικό του όνειρο αλλά και όνειρο όλων των παιδιών της ηλικίας του και της εποχής του, να ταξιδέψουν από το περιορισμένο χωριό τους στην πολυθρύλητη Σμύρνη (και μεις τα παιδιά λαχταρούσαμε: « Αχ πότε θα τηνε γνωρίσουμε τούτη την πολιτεία!). Απευθύνεται μάλιστα νοερά στο δάσκαλό του, από τα χρόνια της ωριμότητας πια, δηλώνοντας ότι η συγκλονιστική εμπειρία που ζούσε τότε στην προκυμαία της Σμύρνης έδινε υπόσταση σε κάθε πραγματική ή μυθική διήγησή του. Η Σμύρνη ξεπέρασε τις προσδοκίες του και τον εντυπωσίασε τόσο που εύχεται να μπορούσε γίνει ένα πελώριο μάτι και αυτί, για να τη γνωρίσει μονομιάς. Στην δεύτερη ενότητα δίνονται επαρκή στοιχεία για την ηθογράφησή του ήρωα αλλά και τη φυσιογνωμία της πόλης. Το παιδί εμφανίζεται αποφασιστικό και θαρραλέο, καθώς ξεπερνάει γρήγορα το φυσιολογικό φόβο και τη δειλία λόγω της αποκοπής του από το οικείο οικογενειακό περιβάλλον του. Φαίνεται ακόμη απελευθερωμένο από το εξεταστικό βλέμμα του πατέρα και την αυστηρή του επίβλεψη. Η αρχική αγωνία και η αβεβαιότητα στην άγνωστη πόλη γρήγορα θα δώσει τη θέση της στην αισιοδοξία και την ανακούφιση από την πατρική σκληρότητα, πράγμα που θα αναδειχθεί εντονότερα στις επόμενες ενότητες. Οι συνειρμοί του, οι αναμνήσεις που αναμοχλεύονται μέσα του βλέποντας για πρώτη φορά την πολυπόθητη Σμύρνη, ο εκκλησιασμός με τη μητέρα, οι ιστορίες του δασκάλου και του Χρίστου, αποκαλύπτουν ένα παιδί στοχαστικό με ευαίσθητο ψυχισμό και ρομαντικό χαρακτήρα. Το εντυπωσιασμένο βλέμμα του παιδιού, μέσα από την αληθοφανή παρέμβαση του παντογνώστη αφηγητή, «φωτογραφίζει» και την ανθρωπογεωγραφία της περιοχής, «δεν ήξερα τι να πρωτοδώ και τι να πρωτοχαρώ. Τη θάλασσα; Τα βαποράκια…; Τα μεγάλα μαρμαρένια σπίτια …; Ή όλον εκείνον το χαρωπό, ξέγνοιαστο κόσμο που μπαινόβγαινε με σαματά στις λέσχες και στα καφενεία κι έμοιαζε να ζει πανηγύρι;». Η ανθρωπογεωγραφία της πόλης απεικονίζεται με ρεαλισμό μέσω της περιγραφής πραγμάτων και συναισθημάτων. Στη συνέχεια ο μικρός ήρωας παρατηρεί με προσήλωση όλα εκείνα τα ετερόκλητα στοιχεία που συνθέτουν το μοναδικό εθνολογικό ψηφιδωτό της πολυπολιτισμικής Σμύρνης.

Τρίτη ενότητα

     Τον πληθυσμό της Σμύρνης αποτελούν Έλληνες, Τούρκοι, Λεβαντίνοι, Εβραίοι, και Αρμένιοι. Όλοι γνωρίζουν και επικοινωνούν στα ελληνικά, πράγμα που σημαίνει ότι ο Ελληνισμός κυριαρχεί πληθυσμιακά και πολιτιστικά. Ο αφηγητής καταγράφει τις εντυπώσεις του από τα εκατοντάδες καταστήματα, που κοσμούν την Πόλη και περιεργάζεται με θαυμασμό την πραμάτεια τους. Η ποικιλία, η αφθονία και η πολυτέλεια χαρακτηρίζουν την αγορά της Σμύρνης και προβάλλουν την ακμή του εμπορίου και την οικονομική άνθηση της περιοχής. Ο Μανόλης παρατηρεί πολλές ξένες πινακίδες στο Φραγκομαχαλά (ονομαστή συνοικία της περιοχής που κατοικούνταν από Δυτικοευρωπαίους, κυρίως Γάλλους) , οι περισσότερες στα γαλλικά και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα παιδιά στη Σμύρνη ζούσαν σε έναν παράδεισο. Ο Μανόλης έχει στερηθεί το παιχνίδι αφενός, γιατί η ανέχεια της οικογένειας δεν επέτρεπε τέτοιες πολυτέλειες και αφετέρου γιατί ο αυταρχικός πατέρας του το θεωρούσε χάσιμο χρόνου. Μαγεμένος από τις πρωτόγνωρες εικόνες βαδίζει προς την Αγία Φωτεινή, όπου μένει εκστασιασμένος από το ψηλό καμπαναριό, τις ανάγλυφες παραστάσεις, τις εικόνες, τις γλυκόλαλες καμπάνες και το χρυσό σταυρό, που με το ύψος του επιβαλλόταν έναντι του Ισάρ τζαμιού των Τούρκων. Το παιδί μπροστά στη θέα της Ευαγγελικής Σχολής που βρίσκεται στον περίβολο της Αγίας Φωτεινής, κοντοστέκεται συγκινημένο. Αναπολεί με θλίψη το απραγματοποίητο όνειρο να γινόταν κάποτε μαθητής της, όνειρο απατηλό για τη χαμηλή κοινωνική θέση της οικογένειάς του, «Εκειδά πλάι στον περίβολο της Αγίας Φωτεινής βρήκα και την Ευαγγελική Σχολή Είχα κάνει όνειρο να μπω εδώ μέσα, κι ο δάσκαλός μου ο Πυθαγόρας Λάριος με σιγοντάριζε». Οι γονείς του ήταν αγρότες και πίστευαν, κυρίως ο πατέρας του, ότι η ενασχόληση με τα γράμματα είναι για τους αργόσχολους και τους ακαμάτηδες. «Αεροκοπανιτζή δεν τονε θέλω το υγιό μου. Εμείς είμαστε ρεσπέρηδες και χρειαζούμαστε χέρια». Στο σημείο αυτό η συγγραφέας με τη χρήση του ευθύ λόγου ζωντανεύει την πατρική φιγούρα, που είναι ούτως ή άλλως υποβλητική παρουσία σε όλο το απόσπασμα. Ο πατέρας φαίνεται άνθρωπος του μόχθου, εργατικός και αφοσιωμένος στην οικογένειά του αλλά με περιορισμένους πνευματικούς ορίζοντες. Είναι αδιάλλακτος, μονοκόμματος και τραχύς στους τρόπους, καθώς δε σέβεται τα όνειρα του παιδιού του, τη γνώμη και τις προτροπές ενός ειδικού, αλλά δε διστάζει να προσβάλει έμμεσα και το δάσκαλο «Αεροκοπανιτζή δεν τονε θέλω το υγιό μου». Αποτρέπει τα παιδιά του από τη μόρφωση, δεν εκτιμά τις κλίσεις και τις ψυχολογικές τους ανάγκες, δεν τα αντιμετωπίζει ως ολοκληρωμένες προσωπικότητες με μοναδικά χαρίσματα, παρά σαν εργατικά χέρια, σαν αυριανούς υπαλλήλους του. Ακόμη και η μητέρα δείχνει την τρυφερότητα και την προστασία της στα παιδιά της «κρυφά από τον πατέρα». Ο αυστηρός αφέντης της οικογένειας στερεί από το παιδιά του ακόμη και τα στοιχειώδη, ένα ζευγάρι παπούτσια, ένα παιχνίδι, και φυσικά το χαρτζιλίκι τους. Ακόμη και τώρα έστειλε το παιδί του σε μια άγνωστη πόλη χωρίς καμία οικονομική υποστήριξη, ούτε καν για τις πρώτες του ανάγκες. Γι’ αυτό και ο ήρωας, όταν συνειδητοποιεί με ανακούφιση ότι τώρα δεν έχει να λογοδοτήσει σε κανένα, ούτε στον πατέρα του, αφήνεται σε κάποιες υπερβολές μεθυσμένο από την πρωτόγνωρη αίσθηση ελευθερίας και ανεξαρτησίας. Με αυτές τις υπερβολές βάζει όμως τα θεμέλια της ενηλικίωσής του («μιας και ήμουνα, για πρώτη φορά, αυτεξούσιος») Το παιδί κινείται συνεχώς μέσα στο πλήθος σε διάφορα επίπεδα και χώρους της πόλης, απολαμβάνοντας την ελευθερία και ξοδεύοντας τα πενιχρά λεφτουδάκια του στις μικρές πολυτέλειες που αφθονούν στη Σμύρνη: «Χώθηκα μέσα στο πλήθος, στο τσαρσί κι έπινα τσιτσιμπίρια και σερμπέτια κόκκινα και πράσινα «μπούζ-γκιμπί, κεκίκ-σουγιού», και χαιρόμουνα που σπαταλούσα τα λίγα τεσσαράκια που μου ’βαλε στην τσέπη η μάνα μου, κρυφά απ’ τον πατέρα». Μεγαλωμένο όμως καθώς είναι σε φτωχική εργατική οικογένεια και μαθημένο να εκτιμά το χρήμα ως καρπό του μόχθου δείχνει σύντομα αυτοσυγκράτηση και κατευθύνεται προς το μαγαζί του Χατζησταυρή, ελπίζοντας ότι θα τον προσλάβει.

Τέταρτη ενότητα

      Ο κυρ Μιχαλάκης Χατζησταυρής είναι σταφιδέμπορος. Η αδρή περιγραφή του μαγαζιού του αποκαλύπτει μια ανθηρή επιχείρηση, που απασχολεί πλήθος εργατών, αλλά και την εργατικότητα και το πάθος του ίδιου του ιδιοκτήτη, ο οποίος δεν περιορίζεται να εποπτεύει το προσωπικό παρά εργάζεται με ζήλο και ο ίδιος. Ο Χατζησταυρής ηθογραφείται από τα εξωτερικά του χαρακτηριστικά. Φαίνεται άνθρωπος χορτάτος και καλοζωισμένος («ολοστρόγγυλη κοιλίτσα, διπλά προγούλια»), αλλά η σβελτάδα του και ο δυναμισμός του αποκαλύπτουν ότι είναι αυτοδημιούργητος, χθεσινός παραγιός κι αυτός, που τα κατάφερε και πέρασε στην άλλη όχθη, αυτή του «αφεντικού». Ο Χατζησταυρής είναι ένα ζωντανό παράδειγμα που επαληθεύει τις απόψεις του πατέρα του Μανόλη για τους εμπόρους και το εμπόριο. Είναι όμως και ένα πρότυπο για το δεκαεξάχρονο φτωχόπαιδο, που ήρθε στη Σμύρνη, για να πετύχει και να διακριθεί. Τα αδύνατα πόδια του Κυρ- Μιχαλάκη προβάλλουν το νεύρο και την ακαταπόνητη εργατικότητά του, οι σπίθες στο βλέμμα του («είχε μάτι ξύπνιο που σπίθιζε και έπαιζε», «με τρύπωσε ίσαμε την ψυχή») την ευφυία και το επιχειρηματικό του δαιμόνιο. Ο τρόπος που μιλάει στους παραγιούς του και η αντίδρασή του από τη συστατική επιστολή της Δημογεροντίας φανερώνουν την κοινωνική καταγωγή του, τις λαϊκές καταβολές του. Είναι αεικίνητος και ως έμπορος διορατικός και γρήγορος στις αποφάσεις του. Τα λίγα λόγια, που σε ευθύ λόγο παραθέτει η συγγραφέας, είναι άμεσα, μετρημένα, κοφτά και ξεκάθαρα, όπως και ο ίδιος.

Πέμπτη ενότητα

       Ο ήρωας μετά τη θετική έκβαση για την εύρεση εργασίας, αισθάνεται ευτυχής (« πετούσα από χαρά»), περήφανος και κυρίως μεγαλύτερος. «Αν είχα μουστάκι θα το ’στριβα, τόσο ένιωθα άντρας»). Δεν είναι πια το δεκαεξάχρονο παιδί, αφού μπορεί να συντηρεί τον εαυτό του, να κλείνει επαγγελματικές συμφωνίες, να αποκτά ρόλο και καθήκοντα και κυρίως αφού στεριώνει σιγά- σιγά στη πόλη των υποσχέσεων, στη μυθική Σμύρνη. Ελεύθερος και ξένοιαστος, καθώς ανεξαρτητοποιήθηκε πια από τα δεσμά της οικογένειας και έτσι μπορεί να χαρεί την πρώτη και μοναδική λεύτερη και ξέγνοιαστη μέρα της ζωής του, ξεχύνεται στην πόλη. Καθώς περιδιαβαίνει με ασυνήθιστη, για ένα άβγαλτο χωριατόπουλο, άνεση στα σοκάκια της πόλης, στο μυαλό του κυκλοφορούν ελεύθερα για πρώτη φορά μακριά από την εξουσία του αυστηρού πατέρα, εικόνες και σκέψεις, μερικές από τις οποίες επηρεάζουν πρόσκαιρα την ψυχική του ευφορία («χωρίς να τρώω ξύλο») και ξυπνούν μέσα του γλυκόπικρα συναισθήματα. Μέσα από τις αναπολήσεις του δίνονται λεπτομέρειες που αναπλάθουν το παρελθόν επαναφέροντας ήχους και μυρωδιές και δημιουργώντας μια ποικιλία ζωής. Αυτό όμως που κυριαρχεί είναι οι ζωηρές εντυπώσεις του στη θέα μιας ζωντανής και πλούσιας πόλης, που περιμένει να την ανακαλύψει. Με μια έξοχη κινηματογραφική εικόνα η αφήγηση μάς μεταφέρει στην κοσμική Σμύρνη της νύχτας, όπου ο ζωηρός ευρωπαϊκός αέρας σμίγει με το πάθος και τη νωχέλεια της Ανατολής. Η ευωχία, η υψηλή αισθητική, ο πλούτος, η ελευθερία έκφρασης, η χαρούμενη ατμόσφαιρα, ο ερωτισμός υποδηλώνονται έμμεσα από τις εντυπώσεις του παιδιού, αλλά η προσοχή του εστιάζει περισσότερο στα πλούσια εδέσματα και τις λαχταριστές λιχουδιές. Αυτά τα αγαθά που το φτωχόπαιδο από το Κιρκιντζέ τόσο έχει στερηθεί, αλλά ο ενήλικος Μανόλης της Σμύρνης μπορεί πια από αύριο να προσφέρει στον εαυτό του καταγράφονται με ευλαβική λεπτομέρεια. Βέβαια, η επιμονή της συγγραφέως στην καταγραφή της ζωής στην ανθηρή και ευτυχισμένη Σμύρνη συνδέεται με την ανάγκη να απαθανατίσει την πόλη λίγο πριν τη μικρασιατική καταστροφή που θα την ισοπεδώσει, θα την αιματοκυλίσει και θα την εξαφανίσει οριστικά ως πολιτιστική κοιτίδα. Ο Μανόλης όμως, που, όπως και οι άλλοι Έλληνες, τίποτα δεν οσμίζεται από την επερχόμενη καταστροφή, αισθάνεται ότι ξαναγεννήθηκε στην πόλη αυτή, ότι έζησε όλα τα χρόνια του εκεί και έχει τη βεβαιότητα ότι θα μπορούσε να κάνει όνειρα, όσα όνειρα ήθελε. Έτσι η αίσθηση της ελευθερίας που αισθάνεται συναντιέται με την έκπληξη και τον ενθουσιασμό των νέων εμπειριών. Ερωτευμένος με την πόλη και ενθουσιασμένος με την ιδέα του εαυτού του, όπως ήδη σχηματίστηκε στο μυαλό του, νιώθει την έξαψη του ξεκινήματος μιας νέας ζωής και την ορμή να κατακτήσει το αντικείμενο του πόθου του. («Είσαι όμορφη, το ξέρεις; Είσαι πολύ όμορφη!») Παρόλο που η τελευταία σκέψη του Μανόλη πριν κοιμηθεί είναι η τραυματική εμπειρία της πατρικής βίας και της καταπίεσης («χωρίς να τρώει ξύλο»), η τελική αίσθηση που αφήνει το απόσπασμα δεν είναι μελαγχολική, παρά εκφράζει το φτερούγισμα της ψυχής του σε ένα αύριο ειρηνικό και ευτυχισμένο.

ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΑΝΟΛΗ ΑΠΟ ΤΗ ΣΜΥΡΝΗ:

φόβος, δειλία (αρχικά): «σκιάχτηκα», «σαν ξεριζωμένο δεντρί», «έριχνα φοβισμένες ματιές»

θαυμασμός, έκπληξη (στη συνέχεια): «δεν ήξερα τι να πρωτοδώ και τι να πρωτοχαρώ; Τη θάλασσα; Τα βαποράκια; (…) Ή όλον εκείνο το χαρωπό, ξέγνοιαστο κόσμο που μπαινόβγαινε με σαματά στις λέσχες και στα καφενεία κι έμοιαζε να ζει πανηγύρι; Κι όχι μια μικρή καθημερινή μέρα δουλειάς!»

αίσθηση ελευθερίας: «δεν είχα να δώσω λόγο σε κανέναν κι ήμουνα για πρώτη φορά αυτεξούσιος, και τότες μ’ έπιασε τρελή χαρά»

χαρά (μετά τη συμφωνία με τον κυρ Μιχαλάκη να δουλέψει): «Όταν βγήκα έξω πετούσα από χαρά (…) Τώρα μπορούσα να χαρώ τη μέρα μου, την πρώτη και μοναδική λεύτερη και ξέγνοιαστη μέρα της ζωής μου»

ΤΑ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ: Φόβος, δειλία (αρχικά),θαυμασμός, έκπληξη, μαγεία  (πελώριο μάτι και πελώριο αυτί), αισιοδοξία

ΟΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΑΝΟΛΗ:

Θυμάται:

α)τα μαθήματα του δασκάλου Π. Λαρίου από το βιβλίο «Χρηστοήθεια»,

β) τις ιστορίες του Χρίστου του οργανοπαίκτη για την ομορφιά της Σμύρνης,

γ) την επίσκεψη με τη μάνα του στην εκκλησία, όταν ήταν μικρός και το πελώριο μάτι του Θεού,

δ) τη φτώχεια, τη χαμηλή κοινωνική θέση και τον ξυλοδαρμό από τον πατέρα του («εδώ στη Σμύρνη θα μπορούσα να κάνω όνειρα, δίχως να τρώω ξύλο», «Κυρ δάσκαλε, να με συμπαθάς. Αεροκοπανιτζή δεν τονε θέλω τον υγιό μου. Εμείς είμαστε ρεσπέρηδες(=αγρότες), και χρειαζούμαστε χέρια».

Η  ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ: Ο Μανόλης περιδιαβαίνοντας τα σοκάκια της Σμύρνης διαπιστώνει πως πρόκειται για πόλη με έντονη κοινωνική ζωή. Του κάνει εντύπωση ο χαρωπός και ξέγνοιαστος κόσμος που μπαινοβγαίνει στις λέσχες και τα καφενεία, τα μεγάλα καταστήματα του Φραγκομαχαλά και  η κοινωνική ζωή στην πόλη τη νύχτα. Όλα αυτά τον θάμπωσαν και τον σαγήνευσαν, τον έκαναν να λατρέψει την πόλη και να μιλά σαν ερωτευμένος

Η  ΑΠΕΞΑΡΤΗΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΚΑΙ Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΝΗΛΙΚΙΩΣΗ:Ο αφηγητής, γιος ενός αγρότη, φεύγει στα 16 του από την οικογενειακή εστία και κατεβαίνει ολομόναχος στη Σμύρνη, για να μπει στη βιοπάλη, στη δούλεψη ενός σταφιδέμπορου. Την πρώτη μέρα απολαμβάνει την ελευθερία του αλλά από την επόμενη κιόλας θα γνωρίσει τις δυσκολίες της βιοπάλης και θα υποχρεωθεί να ενηλικιωθεί απότομα. Η πρώιμη απεξάρτηση των αγοριών από τις οικογένειές τους ήταν συνηθισμένο φαινόμενο για τις χαμηλές κοινωνικές τάξεις σε εκείνα τα μέρη στις αρχές του 20ου αιώνα.

ΟΙ ΑΝΤΙΛΗΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΤΡΟΦΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ:

α) η αγωγή των παιδιών για την αγροτική τάξη γίνεται με τον ξυλοδαρμό,

β)η εξουσία του πατέρα είναι απόλυτη

γ) η μητέρα είναι πιο τρυφερή και ελαστική αλλά εκδηλώνει τη στοργή της κρυφά από  το αυστηρό βλέμμα του πατέρα,

δ) οι μορφωμένοι θεωρούνται αργόσχολοι και η μόρφωση των παιδιών περιττή.

ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ:

α)αφηγητής: νιώθει έκθαμβος, ελεύθερος, ανεξάρτητος,

β) ο πατέρας: αυστηρός, σκληρός, με απόλυτες αντιλήψεις,

γ)η μητέρα: υποταγμένη, στοργική,  δ)ο δάσκαλος: φωτισμένος εκπαιδευτικός, αφοσιωμένος στους μαθητές του,

ε) ο Χρίστος: λαϊκός οργανοπαίκτης που εξάπτει τη φαντασία με τις αφηγήσεις του,

στ) ο Χατζησταυρής: κλασικός αυτοδημιούργητος έμπορος, επιτυχημένος, εργατικός,  αεικίνητος, πονηρός, συνετός.

 

Αφηγηματική τεχνική

Ο ΑΦΗΓΗΤΗΣ:  πρωτοπρόσωπος αφηγητής που συμμετέχει στην ιστορία που αφηγείται ως κεντρικός ήρωας (ομοδιηγητικός). Εσωτερική εστίαση (βλέπει τα πράγματα από την  εσωτερική οπτική γωνία ενός προσώπου). Ο αφηγητής αφηγείται τα γεγονότα  όταν πλέον είναι ώριμος  (αυτοβιογραφικός  χαρακτήρας).

Ο ΧΡΟΝΟΣ  ΤΗΣ ΑΦΗΓΗΣΗΣ: Ο αφηγητής αφηγείται γεγονότα που συνέβησαν στο παρελθόν (αναδρομική αφήγηση). Τα αφηγείται  με χρονολογική (γραμμική) σειρά και με μικρές αναδρομές στο παρελθόν αλλά και προλήψεις, δηλαδή αναφορές στο μέλλον. Οι αναδρομές στο παρελθόν επεκτείνουν την πλοκή της αφήγησης προς τα πίσω, δίνουν περισσότερες πληροφορίες για τον ήρωα, αποκαλύπτουν τα συναισθήματά του.

ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΟΙ ΤΡΟΠΟΙ: α) αναδρομική αφήγηση, β)περιγραφή (εικόνες οπτικές, ηχητικές, οσφρητικές, κινητικές), γ) μονόλογοι, δ) σκέψεις του αφηγητή

Στο κείμενο υπάρχουν λίγοι διάλογοι και μονόλογοι, που ανασύρονται από το παρελθόν (πατέρας προς το δάσκαλο, δάσκαλος- Μανόλης) και άλλοι που αναφέρονται στο παρόν της εγκατάστασης στη Σμύρνη (Χατζησταυρής-Μανόλης, Μανόλης προς την προσωποποιημένη Σμύρνη).

 

Γλώσσα

Ζωντανή και εκφραστική δημοτική με το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό ότι περιέχει σε μεγάλο βαθμό το γλωσσικό ιδίωμα των Μικρασιατών Ελλήνων και λέξεις ξενικής προέλευσης που αποτυπώνουν τον πολυπολιτισμικό χαρακτήρα της πόλης. Συγκεκριμένα συναντάμε λέξεις τουρκικές (μαχαλάδες, αραμπάδες, ντάμι, μπόι, σάζι…), ιταλικές (φράγκικος, σουλάτσο, τρούλος. καρότσες…), Γαλλικές (αντρέσσα, γλασσάδες…), αγγλικές (ντρίλινο, τράμια…), σλαβική (πρόγκηξε).

 

ΦΥΛΕΣ, ΕΘΝΗ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ

α)Έλληνες, Τούρκοι, Εβραίοι, Λεβαντίνοι (Ευρωπαίοι)

β)Έντονη κοινωνική ζωή

γ)Κοσμοπολίτικος χαρακτήρας

δ)Πολυεθνικό-πολυπολιτισμικό περιβάλλον

ε) Όλοι μιλούν ελληνικά (και οι Τούρκοι, κι οι Λεβαντίνοι, κι οι Εβραίοι και οι Αρμεναίοι), αλλά στον Φραγκομαχαλά τα καταστήματα έχουν ξενικό ονόματα.

 

Εκφραστικά μέσα

Πλούσια είναι τα εκφραστικά μέσα και επιστρατεύονται κυρίως για να ζωντανέψουν την ομορφιά, τον πλούτο και την ποικιλία ζωής της Σμύρνης καθώς και τα συναισθήματα του παιδιού. Ενδεικτικά:

Παρομοιώσεις: «σαν το ξεριζωμένο δεντρί», «Αυτές οι σκάλες….λες κι ήταν τα χέρια του μεγάλου λιμανιού», «σαν βουτυρωμένα μάγουλα», «της μίλαγα σαν ερωτευμένος», «να μοιάζει με βάτραχο».

 Προσωποποίηση: «ήρθαν οι εντυπώσεις και με πήραν απαλά και με μερώσανε», «τα κύματα ανεβοκατέβαιναν και καθώς ένιφταν τις μαλτεζόπετρες», «Είχα μόλις γνωριστεί με τη Σμύρνη…της μίλαγα…Είσαι όμορφη, το ξέρεις; Είσαι πολύ όμορφη».

Μεταφορές: «καρφώθηκα να βλέπω και να μη χορταίνω», «ο βλογημένος καρπός», «ήθελα να γίνω ένα τέτοιο μάτι να τα δω όλα μονομερίς. Και να γίνω κι ένα πελώριο αφτί», «με πήρε από τη μύτη», «μάτι ξύπνιο που σπίθιζε», «συντροφεμένα σπίτια».

Ασύνδετα σχήματα: « ούζο, αγγουράκι, τηγανητό κρέας», σπόρους, τσεμπλεμπούδες, τηγανισμένα αμύγδαλα, λιμπινάρια» Πολυσύνδετο σχήμα: «ήρθαν οι εντυπώσεις και με πήραν απαλά και με μερώσανε»

Επίθετα: «φράγκικο, γρανιτένιο, τρίχινο, φανταχτερές, »

Σύνθετες λέξεις: πλακόστρωτοι, ακριβοκερδισμένο, γλυκόστυφη, γλυκόλαλες ομορφοστολισμένες. κ.ά.

Αφιέρωμα στη Σμύρνη - Επτά Ημέρες - Εφημερίδα Καθημερινή

Παράλληλο κείμενο