The term "paramedical" refers to a broad range of roles that provide essential healthcare services alongside doctors and nurses. These roles often involve specialized training in a particular field of healthcare. Examples include:
Paramedic:
Provides emergency medical and trauma care in pre-hospital settings and transports patients to hospitals.
Ο όρος «παραϊατρικό» αναφέρεται σε ένα ευρύ φάσμα ρόλων που παρέχουν βασικές υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης παράλληλα με γιατρούς και νοσηλευτές. Αυτοί οι ρόλοι συχνά περιλαμβάνουν εξειδικευμένη εκπαίδευση σε έναν συγκεκριμένο τομέα της υγειονομικής περίθαλψης. Παραδείγματα περιλαμβάνουν:
Παραϊατρικός :
Παρέχει επείγουσα ιατρική φροντίδα και φροντίδα τραυμάτων σε προνοσοκομειακό περιβάλλον και μεταφέρει ασθενείς σε νοσοκομεία.
Όπως ακτινολόγοι, επαγγελματίες ιατρικών εργαστηρίων και καρδιαγγειολόγοι τεχνολόγοι, οι οποίοι χειρίζονται διαγνωστικό εξοπλισμό και εκτελούν εξετάσεις.
Παροχή φροντίδας στις γυναίκες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, του τοκετού και της λοχείας.
Ορολογία Επείγουσας Ιατρικής (Παραδείγματα)
Οι παραϊατρικοί και άλλοι ανταποκριτές έκτακτης ανάγκης χρησιμοποιούν συγκεκριμένη ορολογία για να περιγράψουν την κατάσταση των ασθενών και τις απαραίτητες παρεμβάσεις:
Αναφυλακτικό σοκ :
Μια σοβαρή, απειλητική για τη ζωή αλλεργική αντίδραση που επηρεάζει την αρτηριακή πίεση και το κυκλοφορικό σύστημα.
Κολπική ταχυκαρδία :
Ένας γρήγορος, ανεξέλεγκτος καρδιακός ρυθμός που προέρχεται από τους άνω θαλάμους της καρδιάς.
Καρδιακή ανακοπή :
Η αιφνίδια διακοπή της καρδιακής λειτουργίας.
Καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση (ΚΑΡΠΑ) :
Μια τεχνική που σώζει ζωές για την αποκατάσταση της κυκλοφορίας του αίματος και της αναπνοής όταν η καρδιά έχει σταματήσει.
Άλλη σχετική ορολογία
Βοηθητικό προσωπικό : Γενικός όρος για τους μη γιατρούς εργαζόμενους στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης που παρέχουν υποστηρικτικές υπηρεσίες.
Προνοσοκομειακή περίθαλψη : Επείγουσα ιατρική περίθαλψη που παρέχεται στον τόπο του συμβάντος, πριν ο ασθενής φτάσει στο νοσοκομείο.
Φλεβοτόμος :Άτομο εκπαιδευμένο στη λήψη δειγμάτων αίματος για διαγνωστικές εξετάσεις.
Ορθωτή/Προθετιστής :Σχεδιάζει, τοποθετεί και κατασκευάζει ορθοπεδικά βοηθήματα.