1. Ποιοι αξίζουν, σύμφωνα με το κείμενο, να θεωρούνται πραγματικά ευδαίμονες και γιατί;
Αυτοί που αγωνίζονται με γενναιότητα για την ελευθερία, το μεγαλείο και την
τιμή της πατρίδας και θυσιάζονται για τα μέγιστα και κάλλιστα ιδανικά είναι άξιοι,
κατά τον ρήτορα, να θεωρούνται πραγματικά ευδαίμονες. Και δεν έχει άδικο,
αφού οι ήρωες νεκροί, με το να μην εμπιστεύονται τους εαυτούς τους στην τύχη,
με το να μην περιμένουν τον φυσικό θάνατο αλλά με το να επιλέγουν τον ωραιότερο, αυτόν δηλαδή που προέρχεται από τον αγώνα για την πατρίδα, καταφέρνουν να αντέξουν στη φθορά του χρόνου, να κερδίσουν την αιωνιότητα, να εξασφαλίσουν την υστεροφημία, να υμνούνται ως αθάνατοι, να απολαμβάνουν τιμές
ίδιες με αυτές των αθανάτων, να κάνουν τους ζωντανούς να τους καλοτυχίζουν
και να τους ζηλεύουν.
2. Για ποιους λόγους οι νεκροί πολεμιστές της πόλης θεωρούνται άξιοι ιδιαίτερων τιμών;
Οι νεκροί πολεμιστές της πόλης, οι νεκροί ήρωες, αυτοί που με γενναιότητα και
αυτοθυσία αγωνίστηκαν για τα μέγιστα και κάλλιστα ιδανικά, αυτοί που με την
αρετή τους κατάφεραν να αναιρέσουν τη φυσική αντίθεση θνητὸς – ἀθάνατος, θάπτονται με δημόσια φροντίδα και τιμώνται με αγώνες δύναμης, σοφίας και πλούτου. Η απόδοση αυτών των ιδιαίτερων τιμών οφείλεται στο γεγονός ότι η προσφορά τους θεωρείται εξέχουσας σημασίας. Η παλικαριά, η αυτοθυσία και ο
ηρωικός θάνατός τους στο πεδίο της μάχης δεν τους κατατάσσουν μόνο στη χορεία των ηρώων και των αθανάτων, αλλά και τους καθιστούν άξιους να τιμώνται
με τις ίδιες τιμές που τιμώνται και οι αθάνατοι θεοί. Προεκτείνοντας, θα λέγαμε
πως με την ποιότητα της προσφοράς τους δεν εξασφαλίζουν μόνο την υστεροφημία και την αθανασία για τους εαυτούς τους· γίνονται επίσης πρότυπα μίμησης για
τις επερχόμενες γενιές και δοξάζουν την πόλη της οποίας ήταν πολίτες.
3. οἳ πενθοῦνται μὲν διὰ τὴν φύσιν ὡς θνητοί, ὑμνοῦνται δὲ ὡς ἀθάνατοι διὰ τὴν
ἀρετήν: Να σχολιάσετε τη χρήση του σχήματος της αντίθεσης στο απόσπασμα.
Οι νεκροί πολεμιστές ως απλοί άνθρωποι έχουν θνητὴν φύσιν· γι’ αυτό και είναι αντικείμενο πένθους. Οι νεκροί όμως ήρωες πολεμιστές, αυτοί που έπεσαν στο
πεδίο της μάχης πολεμώντας για τα μέγιστα και κάλλιστα ιδανικά, διέθεταν και
κάτι επιπλέον, κάτι που διαφοροποιεί τους ανθρώπους: ἀρετήν, γενναιότητα, παλικαριά. Χάρη σ’ αυτήν κατάφεραν να αντιμετωπίσουν τη φθοροποιό δύναμη του
χρόνου, να συμβιβάσουν κάτι που εκ φύσεως δείχνει ασυμβίβαστο, δηλαδή η συνύπαρξη του θνητού με το αθάνατο, να ανατρέψουν και να ακυρώσουν τη φυσική
αντίθεση θνητὸς – ἀθάνατος και να μετατρέψουν το πένθος σε ύμνο.
4. Σε ποιες περιπτώσεις και με ποιες εκδηλώσεις τιμώνται στις μέρες μας όσοι θυσιάζονται για την πατρίδα; Ποιες ομοιότητες και διαφορές διακρίνετε σε
σχέση με όσα αναφέρονται στο κείμενο;
Παρά το γεγονός ότι ζούμε σε μια εποχή που χαρακτηρίζεται από τη ρευστότητα των αξιών, τη θεοποίηση του χρήματος και την έμφαση στα υλικά
αγαθά, η θυσία για την πατρίδα εξακολουθεί να θεωρείται υπέρτατο χρέος του
ανθρώπου, να αναγνωρίζεται και να τιμάται. Μπορεί βέβαια οι αποδιδόμενες τιμές να μην είναι οι πρέπουσες, να είναι δηλαδή υποδεέστερες της προσφοράς των
ηρώων, όμως το μέγεθος και η αξία της προσφοράς τους κατά βάθος από κανέναν δεν αμφισβητείται. Είναι δυνατόν, για παράδειγμα, να αμφισβητήσει κανείς α κίνητρα και τη σπουδαιότητα του αγώνα και της θυσίας των αγωνιστών του
έπους της Αλβανίας ή να μην αναγνωρίσει την προσφορά προς την πατρίδα του
σμηναγού Κωνσταντίνου Ηλιάκη, ο οποίος σκοτώθηκε τον Μάη του 2006 στην
προσπάθειά του να αναχαιτίσει τουρκικό μαχητικό που είχε παραβιάσει τον ελληνικό εναέριο χώρο;
Οι εκδηλώσεις τιμής γι’ αυτούς που θυσιάζονται για την πατρίδα είναι πολλές και ποικίλες: ταφή με δημόσια δαπάνη, πάνδημες τελετές, ομιλίες, εθνικές επέτειοι, παρελάσεις, καταθέσεις στεφάνων, σχολικές γιορτές, θεατρικές παραστάσεις, στήσιμο ανδριάντων και μνημείων, δοξολογίες, παρασημοφορήσεις,
απονομή μεταλλίου αρετής και αυτοθυσίας (στον Κ. Ηλιάκη, για παράδειγμα, η
Ακαδημία Αθηνών απένειμε το αργυρό μετάλλιο αρετής και αυτοθυσίας) κτλ.
Από ό,τι φαίνεται, ορισμένες από τις εκδηλώσεις τιμής που αναφέρονται στο
κείμενο (ταφή με δημόσια φροντίδα, πάνδημες τελετές) συνηθίζονται και σήμερα.
Εκείνο που δεν είναι δυνατό να εξακριβωθεί και να συγκριθεί είναι το κατά πόσο
η συμμετοχή σ’ αυτές ήταν αποτέλεσμα συνειδητής επιλογής και πίστης ή εθιμοτυπικής διαδικασίας, ίσως και περιέργειας.