10η Ενότητα, Μια τιμητική εξορία ![]()
| Οἱ μὲν ἄλλοι πάντες ὅσοι φεύγουσιν ἀδίκως, | Όλοι οι άλλοι όσοι εξορίζονται άδικα, |
| ἤ δέονται τῶν πολιτῶν ὅπως ἐπανέλθωσιν | ή εκλιπαρούν τους πολίτες να επιστρέψουν |
| ἤ διαμαρτόντες τούτου | ή αν αποτύχουν σ’ αυτό |
| λοιδοροῦσι τὰς ἑαυτῶν πατρίδας, | κακολογούν τις πατρίδες τους, |
| ὡς φαύλως αὐτοῖς προσφερομένας· | επειδή κατά τη γνώμη τους τούς συμπεριφέρθηκαν άσχημα· |
| ἐγὼ δὲ ἐπείπερ ἅπαξ ἠτύχησα | εγώ όμως, επειδή ακριβώς μια φορά ατύχησα |
| ἀναξίως ὧν ἐπολιτευσάμην, | κατά τρόπο ανάξιο προς όσα έκανα ως πολίτης, |
| καὶ κατηγορῶν ἄλλων αὐτὸς ἑάλων, | κι ενώ κατηγορούσα άλλους, καταδικάστηκα ο ίδιος, |
| ἄχθομαι μὲν, ὥσπερ εἰκός ἐστιν, | στενοχωριέμαι, βέβαια, όπως είναι φυσικό, |
| ἀγανακτῶ δὲ οὐδέν. | όμως καθόλου δεν αγανακτώ. |
| Οὐ γὰρ οὕτως ἔγωγε ἠλίθιός εἰμι ὥστε, | Γιατί εγώ βέβαια δεν είμαι τόσο ηλίθιος ώστε, |
| ἐξ ἧς πόλεως Θεμιστοκλῆς ἐξηλάθη | από την πόλη από την οποία εξορίστηκε ο Θεμιστοκλής |
| ὁ τὴν Ἑλλάδα ἐλευθερώσας, | ο ελευθερωτής της Ελλάδας, |
| καὶ ὅπου Μιλτιάδης, γέρων ὤν | και στην οποία ο Μιλτιάδης, που ενώ ήταν γέρος |
| ἐν τῷ δεσμωτηρίω ἀπέθανε, | πέθανε στο δεσμωτήριο, |
| ὅτι μικρὸν ὤφειλε τῷ δημοσίῳ | γιατί χρωστούσε μικρό ποσό στην πολιτεία |
| ταύτη τῇ πόλει Αἰσχίνην τὸν Ἀτρομήτου | μ’ αυτήν την πόλη ο Αισχίνης του Ατρομήτου |
| φεύγοντα ἀγανακτεῖν οἴεσθαι δεῖν, | να θεωρεί ότι πρέπει να αγανακτεί επειδή είναι εξόριστος, |
| εἴ τι τῶν εἰωθότων Ἀθήνησιν ἔπαθεν. | γιατί έπαθε κάτι από αυτά που είναι συνηθισμένα στην Αθήνα. |
| Ἀλλ’ ἔγωγε καὶ λαμπρὸν εἰκότως μοι νομίσαιμ’ ἄν αὐτὸ γενέσθαι, | Αλλά εγώ τουλάχιστον θα μπορούσα να θεωρήσω εύλογα ακόμα και λαμπρό αυτό που μου συνέβη, |
| τὸ μετ’ ἐκείνων ἐν ἀδοξίᾳ παρὰ τοῖς ἔπειτα ἀνθρώποις καὶ ἄξιος τοῦ ὅμοια παθεῖν ἐκείνοις γεγονέναι. | δηλαδή το ότι έχω πέσει στην αφάνεια για τις μελλοντικές γενιές μαζί με εκείνους και έχω αξιωθεί να πάθω τα ίδια με εκείνους. |
| [Αισχίνης], Ἐπιστολαί 3. 1-3 |