1. Συνέπειες της απόδρασης και προϋπόθεση επιβίωσης της πολιτείας
- Συνέπεια απόδρασης: Σύμφωνα με τους Νόμους, αν ο Σωκράτης δραπετεύσει, θα είναι σαν να επιχειρεί να καταλύσει (καταστρέψει) τους ίδιους τους νόμους και ολόκληρη την πόλη. Η πράξη του θα έδινε το παράδειγμα ότι οι δικαστικές αποφάσεις δεν έχουν ισχύ, καθώς ο καθένας θα μπορούσε να τις ακυρώνει κατά το δοκούν.
- Προϋπόθεση επιβίωσης: Η απαραίτητη προϋπόθεση για τη σταθερότητα της πολιτείας είναι η ισχύς και το κύρος των δικαστικών αποφάσεων. Μια πολιτεία δεν μπορεί να σταθεί αν οι αποφάσεις των δικαστηρίων είναι ανίσχυρες και ανατρέπονται από ιδιώτες («ισχύειν τε και μη ακύρους γίγνεσθαι»).
2. Η άρνηση του Σωκράτη και ο χαρακτηρισμός του
- Εξήγηση άρνησης: Ο Σωκράτης αρνείται να αποδράσει γιατί πιστεύει ότι ο πολίτης έχει συνάψει μια σιωπηρή συμφωνία με την πολιτεία: να απολαμβάνει τα αγαθά της αλλά και να υπακούει στους νόμους της, ακόμη κι αν μια απόφαση τον αδικεί προσωπικά. Για τον Σωκράτη, το «αδικείσθαι» (να αδικείσαι) είναι προτιμότερο από το «αδικείν» (να ανταποδίδεις την αδικία παρανομώντας).
- Χαρακτηρισμός:
- Ως πολίτης: Είναι υποδειγματικός, νομοταγής και συνεπής. Βάζει το συλλογικό συμφέρον και τη νομιμότητα πάνω από την ίδια του τη ζωή.
- Ως δάσκαλος: Είναι ακέραιος και συνεπής προς τις αρχές του. Διδάσκει με το παράδειγμά του ότι οι ιδέες και η ηθική στάση δεν είναι λόγια, αλλά πράξεις που απαιτούν θυσίες.
3. Στάση των πολιτών απέναντι σε νόμους που θίγουν τα συμφέροντά τους
Σε ένα σύγχρονο δημοκρατικό κράτος, όταν ένας νόμος θεωρείται άδικος, η στάση των πολιτών πρέπει να είναι η εξής:
- Σεβασμός στη νομιμότητα: Ο νόμος πρέπει να τηρείται όσο είναι σε ισχύ, για να αποφευχθεί η αναρχία.
- Χρήση ένδικων μέσων: Οι πολίτες μπορούν να προσφύγουν στη δικαιοσύνη (π.χ. Συμβούλιο της Επικρατείας) για να κριθεί ο νόμος ως αντισυνταγματικός.
- Πολιτική πίεση: Μέσω των διαδηλώσεων, του διαλόγου, των απεργιών και της ψήφου, οι πολίτες μπορούν να πιέσουν τη νομοθετική εξουσία να τροποποιήσει ή να καταργήσει τον επίμαχο νόμο.
- Σωκρατική πειθώ: Όπως λέει το κείμενο («ή πείθειν ή ποιείν»), ο πολίτης οφείλει είτε να πείσει την πολιτεία για το δίκαιο του αιτήματός του με νόμιμα μέσα, είτε να υπακούσει.